Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

Ο ΑΕΡΟΠΟΡΟΣ

Απο τον κώδικά τιμής του Ίκαρου: Είμαι Ίκαρος και με τη βούληση μου θα σέβομαι τους νόμους και τους κανονισμούς της Σχολής. Θα μεριμνώ τον ηθικό, θεωρητικό και αισθητικό μου βίο με επίγνωση, ειλικρίνεια και συνέπεια. Σαν άνθρωπος υπεύθυνος, υπερήφανος κι ελεύθερος, δε θα κάνω ποτέ πράξη ποταπή, γεννημένη από μικρότητα ή φόβο και δε θα ανέχομαι κανέναν μεταξύ των Ικάρων, που δεν πιστεύει σ’ αυτά. ....................... Η Πολεμική Αεροπορία είναι μια υπερβατική δραστηριότητα για να είναι επάγγελμα και μια πολύ υπεύθυνη επιλογή που δεν αφήνει περιθώρια χαλάρωσης, για να είναι χόμπι. Απορροφημένος σ’ αυτήν συμμετέχεις οικιοθελώς σε μιαν αξεπέραστη εμπειρία. Είναι ένα παράξενο βίωμα και ίσως μια ιδιάζουσα δράση που εκτυλίσσεται κυρίως στην αθέατη πλευρά του ατόμου. Οι αεροπόροι πετώντας, διακατέχονται από μιαν ενστικτώδη παρόρμηση εντοπισμού των ανθρώπινων ορίων τους, με τη βαθύτερη ίσως πρόθεση να τα επεκτείνουν διαρκώς, αναζητώντας εκεί ένα βελτιωμένο αίσθημα ασφάλειας ή και προστασίας. Έτσι, όσο και να φαίνεται αντιφατικό, περιφρονούν ηθελημένα τη ζωή γιατί πιστεύουν σ’ αυτήν. Ρισκάρουν το παρόν για να δικαιολογήσουν το μέλλον και να αθωώσουν το παρελθόν. Οι αποστάσεις κι ο χρόνος πετώντας έχουν μια διαφορετική χροιά και μιαν αλλιώτικη διάσταση. Εκεί όλα μοιάζουν ακίνδυνα, κάποτε ανήσυχα, δελεαστικά πάντως, μα ταυτόχρονα προσιτά και φιλικά. Τα κοντινά μοιάζουν μάλλον ασήμαντα, τα δε μακρινά αιωρούνται μέσα σε μια πλέουσα αβέβαιη ατμόσφαιρα. Η εναλλαγή των παραστάσεων και των χρωμάτων, άλλοτε ιλιγγιώδης και άλλοτε γαλήνια θελκτική, παραλλάσσεται ωθώντας σε μια καθολική αισθητική ετοιμότητα. Υπάρχει μια τρομακτική δύναμη σ’ αυτό το παντοδύναμο και ατίθασο σιδερικό που λέγεται μαχητικό αεροπλάνο. Και γίνεσαι ένα μ’ αυτό. Είναι ένα ολόκληρο εργοστάσιο υψηλής τεχνολογίας που ημερεύει στα χέρια σου. Ταυτόχρονα όλα τούτα μοιάζουνε εγκλωβισμένα σ’ ένα αρμονικό ουράνιο περιβάλλον, γεμάτο χρώματα και απεραντοσύνη. Ο ήλιος, χρυσωμένος στο λυκαυγές και ματωμένος στο δείλι, αφήνει ένα ανεξίτηλο ρομαντικό αποτύπωμα. Ο άνθρωπος εκεί, υπέρμετρα ευέλικτος και ισχυρός, βουτηγμένος στο έλεος του αδιάκοπου κενού, των ποικίλων φωτεινών μεταπτώσεων και του κάλλους της επιφάνειας της γήινης σφαίρας, μπολιάζεται σταδιακά και αμετάκλητα με αισθητική ευαισθησία και με βαθιά υπαρξιακή ωριμότητα. ............................ Στα σύνορα του διαστήματος Τη Δύναμή μου στα Χέρια επήρα- Και κόντρα στον Κόσμο επήγα- Δεν ήταν πολλή –όση του Δαυίδ- Μα ήμουν εγώ –διπλά τολμηρός…... Emily Dickinson Καθώς το επόμενο πρωινό οριζοντίωσα το αεροπλάνο μου στα τριάντα πέντε χιλιάδες πόδια, πέρασαν από το νου μου αστραπιαία τα επιτεύγματα της τεχνολογίας που με έφεραν ως εκεί και η ανθρώπινη εμπειρία αιώνων, το πανάρχαιο ευλογημένο φορτίο της ανθρώπινης εξέλιξης. Πετώντας στο ύψος αυτό ένιωθα τελείως απομακρυσμένος από τον συνήθη κόσμο και προσαρμοσμένος καθώς ήμουν στις απαιτήσεις της πτήσης είχα παραιτηθεί τελείως από την ελευθερία των φυσικών μου κινήσεων. Η αυστηρότητα των διαδικασιών και των τεχνικών παραμέτρων που με περιόριζε, με προστάτευε, κι αυτή η προστασία με έκανε να νιώθω μια μεγάλη απελευθέρωση. Έτσι, εξελισσόταν η πτήση με τάξη απέναντι στη σύγχυση και το χάος του χώρου που με περιέκλειε. Το εμπόδιο του απείρου χώρου γύρω, μου υπενθύμιζε διαρκώς τα πεπερασμένα όριά μου, κάτι που προσέκρουε και αντιπαλευόταν την ελευθερία της παραγωγικής μου σκέψης. Αλλά όμως, όσο και να φαίνεται παράξενο, η ρευστότητα των εξωτερικών συνθηκών και των ανθρώπινων διαθέσεων, σε συνδυασμό με τη σαφήνεια του πλαισίου δράσης και το δογματισμό των διαδικασιών, παρήγαγαν διαρκώς μια καθαρή πρωτοτυπία, κάτι σαν προσωπικό ύφος, που εκδηλωνόταν ανεμπόδιστα και με απόλυτη καθαρότητα ως μια εφαρμοσμένη αισθητική, κάτι δηλαδή παρόμοιο με Τέχνη. Κάθε κίνησή μου άφηνε μοιραία ένα ίχνος ύφους, διαφορετικό κάθε φορά, ικανό να κυριαρχήσει πάνω στους στόχους της αποστολής, το δε επιθυμητό αίσθημα σιγουριάς να παράγεται διαρκώς σ’ έναν χώρο που έτσι κι αλλιώς αιωρείται έξω και πάνω από την συμβατική πραγματικότητα. Είναι γνωστό πως κανείς δεν μπορεί να προσεγγίσει το τέλειο σε σχέση με τις θεωρητικές απαιτήσεις μιας αποστολής ενός σύγχρονου μαχητικού αεροσκάφους, όσο καλός επαγγελματίας κι αν είναι, όσες σχετικές δεξιότητες κι αν κατέχει. Κανείς επίσης δεν μπορεί να «εκμεταλλευτεί» εκατό τοις εκατό τις δυνατότητες του αεροσκάφους του. Υπάρχει πάντα ένα έλλειμμα απόδοσης, μια υστέρηση, που δημιουργεί την ανάγκη οριακότητας στις δράσεις κι αυτό είναι το βασικό αίτιο που παράγει το ύφος. Ο χειρισμός εξάλλου του φόβου όπως και άλλων ανθρώπινων εσωτερικών περιοριστικών καταστάσεων, σε συνδυασμό με την απαίτηση για ακρίβεια και αποτελεσματικότητα της αποστολής, είναι συνθήκες που παράγουν επίσης ύφος. Τα πράγματα, λοιπόν, εκεί δεν είναι ποτέ βιώσιμα και ικανοποιητικά αλλά είναι συνήθως ακραία, μιας κι οι αεροπόροι θεωρούν ακόμα και το ενδεχόμενο του θάνατό τους ως αφορμή μόνο για ζωή. Υπάρχει πάντα μια άτυπη επίγνωση ανορθολογισμού που δεσπόζει και διαποτίζει βαθιά τη συμπεριφορά τους και την ουσία των σιωπηλών πράξεών τους. Σε κάθε στιγμή σαν αντίβαρο, περιβάλλονται από ένα σύστημα αξιών το οποίο ίσως δεν έχει άλλο σκοπό από τη συγκάλυψη και τον περιορισμό του ανορθολογισμού πάνω στον οποίο βασίζεται η εναέρια εμπειρία της ζωής τους. Σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες του χάους που ενυπάρχει γύρω τους, η καρδιά τους πάντα τους ξεπερνά και τονώνει μια διαρκή αίσθηση διάσωσης μέσα τους, μ’ ένα φευγαλέο κύμα από υποσχέσεις και άσυλα να τους στηρίζει, ενώ στην ουσία τους γεύεται και τους παγιδεύει το άπειρο. Με τούτα και με κείνα και νιώθοντας πως χασομέρησα με νοητικά παιχνίδια παραπάνω από το κανονικό, επανέφερα γρήγορα την προσοχή μου στην πτήση που εξελισσόταν και στην αποστολή της μέρας που δεν ήταν άλλη από τη δοκιμή του αεροσκάφους, για να το αποδώσω στη γραμμή πτήσεων της Μοίρας ασφαλές, μετά από μια εκτεταμένη περιοδική τεχνική επιθεώρηση που είχε υποστεί στο έδαφος. Στην επιθεώρηση αυτή το αεροπλάνο ήταν καθηλωμένο για ένα μήνα στο υπόστεγο συντήρησης: είχαν αντικατασταθεί μηχανικά κομμάτια που προσέγγιζαν το επιτρεπτό χρονικό όριο πτήσεων και άλλα που είχαν φθαρεί. Είχαν ελεγχθεί εξονυχιστικά όλα τα λειτουργικά συστήματα και οι συσκευές και είχαν επιθεωρηθεί με μεγάλη λεπτομέρεια οι δυο κινητήρες. Ακόμα, είχαν γίνει ακτινογραφίες μετάλλων στα προβλεπόμενα ευαίσθητα σημεία για ύπαρξη ρωγμών ή υπερβολικών κοπώσεων των επίμαχων αυτών επιφανειών. Είχα απογειωθεί πριν από οκτώ λεπτά από το αεροδρόμιο Ανδραβίδας και μετά από μια ταχεία άνοδο με γωνία εξήντα πέντε μοιρών, αναρριχήθηκα, μέσα σε χρόνο πέντε περίπου λεπτών, στα τριάντα πέντε χιλιάδες πόδια, κατευθυνόμενος προς την περιοχή δοκιμών, δυτικά της Ζακύνθου, βαθιά μέσα στο Ιόνιο πέλαγος. Επειδή το ύψος αυτό δεν είναι ένα συνηθισμένο ύψος πτήσης, ένιωσα την ανάγκη να διαθέσω μερικά δευτερόλεπτα για να προσαρμοστώ με τις συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος χώρου και να αισθανθώ πιο άνετα. Υπήρχε απόλυτη νηνεμία εκεί, ο αέρας ήταν πολύ χαμηλής πυκνότητας σε σχέση με τον αέρα της επιφάνειας του εδάφους και η απουσία νεφών έδινε την δυνατότητα να ατενίσει κανείς τον ευρύ ορίζοντα και την καμπυλότητα της γης που άρχιζε ήδη χαρακτηριστικά να ανατέλλει. Διέθεσα λοιπόν δυο ανάσες χρόνο για ψυχολογική προετοιμασία κι αμέσως μετά κατέγραψα ενδείξεις και στοιχεία του αεροσκάφους που έπρεπε να ελεγχθούν και προετοιμάστηκα για τα επόμενα βήματα της δοκιμής. Δεν υπήρχε άλλωστε πολύς χρόνος στη διάθεσή μου μιας και οι δοκιμές γίνονταν πάντα με τα ελάχιστα δυνατά καύσιμα, όσα δηλαδή χρειάζονταν για μια πτήση διάρκειας όχι μεγαλύτερης των πενήντα λεπτών της ώρας. Και τούτο γιατί έπρεπε το αεροπλάνο να είναι τελείως ξεφορτωμένο από εξωτερικά φορτία, «καθαρό» όπως συνήθιζαν να λένε, για να είναι ευέλικτο και να μην επηρεάζεται από περιττές δυνάμεις οπισθέλκουσας. Σπρώχνοντας τους μοχλούς ισχύος τελείως μπροστά στη θέση «άφτερμπερνερ», τα σιδερένια βλέφαρα της μετάκαυσης, στο πίσω μέρος των κινητήρων, άνοιξαν διάπλατα ξεχύνοντας φωτιά, ορυμαγδό και μια τεράστια ώθηση προς τα μπρος. Στο βήμα αυτό της δοκιμής έπρεπε να επιταχυνθώ ως τα δύο «Μαχ», μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά όρια, για να ελεγχθεί η αντοχή του αεροσκάφους στις μέγιστες επιτρεπόμενες ταχύτητες και η απόδοση των κινητήρων από πλευρά λειτουργίας και δυνατότητας επιτάχυνσης. Έμενα σταθερά στο ύψος των τριάντα πέντε χιλιάδων ποδών παρακολουθώντας την εξέλιξη της επιτάχυνσης προς τα δύο «Μαχ», καθώς διέσχιζα με δυτική πορεία τον επιβλητικό χώρο που με περιέβαλε, κινούμενος με μιαν απαλότητα σιωπηλή και αποφασιστική, αν και η φυσιολογική αναταραχή στο νου δεν ήταν υποδεέστερη από την αγωνία του κορμιού κι από την ετοιμότητα των αισθήσεών μου. Κυριευμένος από μιαν αργή και συνετή σβελτοσύνη είχα πλήρη αντίληψη της υπέρβασης των ανθρώπινων ορίων μου και των κινδύνων που καραδοκούσαν. Εκτελούσα μετρημένες κινήσεις προσπαθώντας να αντλήσω από την περίσσια δύναμης μέσα του, έτσι ώστε να είμαι ήρεμος και να ελέγχω με έναν σίγουρο και ασφαλή τρόπο την εξέλιξη της πτήσης μου. Μετά τα μηδέν ενενήντα τέσσερα «Mαχ» το αεροσκάφος αναπήδησε αθόρυβα στα ένα κόμμα δύο χωρίς να με προβληματίσει ιδιαίτερα ή να με δυσκολέψει, κι από κει με μια σταθερή επιτάχυνση προσέγγισα σχετικά γρήγορα τα ένα κόμμα πέντε «Mαχ». Μετά τα ένα κόμμα οκτώ ένοιωσα πως το σκάφος μου ανέκοψε το ρυθμό επιτάχυνσης, σα να σκόνταψε για λίγο, λες και είχε φτάσει στο χείλος του κόσμου κι ετοιμαζότανε να γκρεμιστεί στο κενό. Μ’ ένα μουγκρισμό αγριωπό η μετάκαυση ανέλαβε τα υπόλοιπα ωθώντας το δείκτη «Mαχ» να αγγίξει μέσα στο επόμενο λεπτό την ένδειξη δύο, δείχνοντας πως θα μπορούσε να προχωρήσει κι ακόμα περισσότερο από κει. Έτρεχα εκείνη τη στιγμή με ταχύτητα διπλάσια της ταχύτητας του ήχου, φάτσα στον ανοιχτό ουρανό και παρότι ένιωθα την υπερένταση της στιγμής να μου κουρσεύει το νου, το λαμπερό φως και το αχανές διάστημα μου έδιναν την αίσθηση της ακινησίας. Με μια τέτοια ταχύτητα που πετούσα είχα ήδη απομακρυνθεί δυτικά από το αεροδρόμιο στα ογδόντα μίλια, καθώς ήδη έτρεχα με ρυθμό είκοσι δύο μιλίων το λεπτό (σχεδόν εφτακόσια μέτρα το δευτερόλεπτο) κι η εκτέλεση στροφής για επιστροφή, σ’ αυτές τις ταχύτητες, ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση καθώς χρειαζόταν μεγάλη μυϊκή δύναμη και πολύ καλή τεχνική. Ανέστειλα για λίγα δευτερόλεπτα την ένταση μέσα μου, χαλαρώνοντας το κορμί μου κι αμέσως μετά ξαναμπήκα σε μια νέα ετοιμότητα που προετοίμασε τα εσωτερικά ζωτικά μου όργανα να ανεχθούν τα φορτία της επόμενης κίνησης. Τράβηξα το χειριστήριο αποφασιστικά προς τα πίσω, στρέφοντας ταυτόχρονα αριστερά με μια κλίση σαράντα πέντε μοιρών για να παραμείνω στα όρια της περιοχής δοκιμών κι έτσι άρχισα να ανεβαίνω γοργά στο επόμενο σκαλοπάτι των σαράντα οκτώ χιλιάδων ποδών, που ήταν και η μέγιστη επιτρεπόμενη οροφή πτήσεων για το συγκεκριμένο αεροσκάφος. Στο λαβύρινθο τούτο τόπο συνειδητοποίησα γρήγορα πως ήμουν τελείως μόνος και πως τίποτα δε θα μπορούσε να κάνει κανείς για μένα εκεί. Με συνακόλουθα συναισθήματα οχυρώθηκα με την ερημιά μου δοκιμάζοντας αυτόβουλα αυτήν την οριακή εμπειρία, στο απόγειο του ενεργειακού και συναισθηματικού μου παροξυσμού, γεμάτος χαρά και ευεξία, κι είχα όλο το χώρο μπροστά μου να κινηθώ, να κάνω λάθος, να κάνω το σωστό, να ηρεμήσω, μιαν ανάσα από το να κερδίσω ή να χάσω, να ποικίλει η ζωή μου χωρίς τον κίνδυνο να φτάσω κάπου και να βαρεθώ. Ταξιδεύοντας πάνω σ’ ένα άναστρο τίποτα με την αλληλουχία των σκέψεων αυτών και με το πρόσωπο πετρωμένο στα χαρακτηριστικά του πείσματος, το αεροπλάνο έφτασε γρήγορα, ξεπνοημένο από ενεργειακή επάρκεια, στα σαράντα οχτώ χιλιάδες ποδάρια. Κοιτάζοντας του ουρανού τριγύρω τις ομορφιές αναλογίστηκα ως που άραγε είχα τη δύναμη να φτάσω. Οι συναρπαστικές αυτές λεπτομέρειες της «δουλειάς» με έκαναν συχνά να ενεργώ σαν η κάθε τέτοια στιγμή να ήταν η τελευταία μου ευκαιρία να αισθανθώ πως έχω υπάρξει πραγματικά, μια εξαιρετική στιγμή να ξαναθέσω σε μιαν αρμονική λειτουργία όλα αυτά τα λήγοντα ζωτικά μου όργανα που με συγκροτούσαν. Έκανα γρήγορα τους ελέγχους της πτήσης στο ύψος των σαράντα οκτώ χιλιάδων ποδών κατατρώγοντας με τα μάτια το απέραντο γαλάζιο τριγύρω και χωρίς δισταγμό, η σκέψη μου κυριεύτηκε πάλι από τη συνήθη λαχτάρα για υπέρβαση ορίων, παρότι ήξερα πολύ καλά πως η ύλη δε νιώθει απ’ αστεία κι είναι πάντα γεμάτη από τραγική σοβαρότητα. Ψηλότερα δεν επιτρεπόταν να ανέβω και κάτι τέτοιο θα ‘ταν μια σκέτη αποκοτιά, μιας και δεν ήμουν εξοπλισμένος με την κατάλληλη διαστημική ενδυμασία που θα με προστάτευε στο ενδεχόμενο που θα έχανα τη συμπίεση της καμπίνας χειριστού ή αν έσπαζε η διάφανη καλύπτρα του αεροσκάφους που με περιέκλειε. Έτσι κι αλλιώς, πετώντας πάνω από το ύψος αυτό θα ήμουν εκτός των προβλεπόμενων ορίων κι ο θανάσιμος τραυματισμός μου καραδοκούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή από τη μεγάλη διαφορική πίεση, αν κάτι πήγαινε στραβά. Απορροφημένος αθόρυβα για λίγο από τη γαλήνη, κοίταξα πάλι ψηλότερα: μια ακραία για τον άνθρωπο ζώνη, ευδιάκριτη ως εκείνη την ώρα μόνο από τα όρια του νου ή της φαντασίας, μια ζώνη παράξενη, κάπως απόκοσμη, απειλητική μα ταυτόχρονα ελκυστική και γαλήνια απλωνόταν και με καλούσε επίμονα. Όλες οι άμυνές μου, που εξωτερικεύτηκαν με ιδρώτα και ανατριχίλα, αισθάνθηκα να δοκιμάζονται. Κοίταξα πάλι ψηλά. Το ανοιχτό παράθυρο αντίκρυ στην Ανατολή κάτω από τον κυκλώπειο θόλο με το ξεπλυμένο γαλάζιο και τις χαίνουσες κόχες, με καλούσε όλο και πιο δυνατά. Με τα μάτια σφηνωμένα στο κενό και έχοντας βαθύτατη επίγνωση της σοβαρότητας της στιγμής, σκέφτηκα πως είχα διορία μόλις πέντ’ έξη λεπτών ακόμα γι αυτήν την αποκοτιά, λόγω περιορισμένων καυσίμων. Σαν ένας κλασικός αεροπόρος μαχητικών που εμπιστεύεται πάντοτε το αεροπλάνο του, όσο κακότεχνο και προβληματικό κι αν είναι, που βασίζεται πάντοτε στη νοητική διεργασία της στιγμής, απότοκο της μπολιασμένης σοφίας από τις συναρπαστικές λεπτομέρειες της εμπειρίας του, όσο επιπόλαια κι αν μπορεί να χαρακτηριστεί, άφησα τον εαυτό μου να τολμήσει με στοιχεία και κίνητρα πρωτόγνωρα μέσα μου, προβληματισμένος περισσότερο για το σώμα μου, καθώς αναλογιζόμουν τον κίνδυνο και λιγότερο για την ψυχή μου. Από κάποιο καπρίτσιο της τύχης αισθάνθηκα κείνη την ώρα μια μεγάλη σιγουριά και πως μπορώ με ασφάλεια να τολμήσω, παρόρμηση ιδωμένη φυσική και σύμφυτη με τα δίκαια της «δουλειάς» μου, αν και δεν έπαυε να με δεσμεύει υποδόρια ένα πειθαρχημένο παρελθόν, κάποιες έγκυρες γνώσεις, οι επιγνώσεις μου κι οι κατασταλαγμένες από καιρό συνήθειές μου. Αντέχοντας λίγο νευρικά τον χρόνο που περνούσε, άκουσα μια επίμονη φωνή βαθειά μέσα μου που με καλούσε να συνεχίσω. Χωρίς δύναμη να αντισταθώ, με την προσοχή μου στραμμένη μπροστά, έσπρωξα πάλι τους μοχλούς ισχύος στη θέση «μετάκαυση» και τράβηξα αποφασιστικά το χειριστήριο προς τα πίσω. Τα μέταλλα του σκάφους γκρινιάξανε λίγο με τριγμούς και οι κινητήρες ζουζουνίσανε παράξενα από την έλλειψη οξυγόνου, σπρωγμένοι να δουλεύουνε στα όρια της αντοχής τους. Μέσα στον αραιό αέρα λαχανιάζανε δύστροπα λες κι ήσαν ψάρι που βρέθηκε έξω απ’ το ζωογόνο νερό του. Ο ήλιος χλωμός και δίχως αχτίδες ξέχυνε μια μολυβένια αίσθηση μέσα σ’ ένα παράδοξα αβέβαιο φως, που σταδιακά λιγόστευε κι άφηνε μια διάχυτη σκοτεινιά να καλύπτει τα πάντα τριγύρω. Αισθάνθηκα μια οριακή μελαγχολία να με κυριεύει. Όσο εισχωρούσα μέσα στο αφιλόξενο διάστημα, οι κινητήρες αγκομαχούσαν όλο και περισσότερο και πειθαρχούσαν απρόθυμα και νωθρά στις απαιτήσεις της θέσης των μοχλών ισχύος, που ενεργοποιούσαν ανάλογα τις βαλβίδες έκχυσης της πολύτιμης κηροζίνης. Έδειχναν έναν κλονισμό βάναυσο να τους εμποδίζει να συνεχίσουν ψηλότερα, μη και στερέψει το οξυγόνο που κρατούσε ζωντανή την καύση μέσα τους και χάσουν τελείως τη δύναμή τους. Με ερεθισμένες αισθήσεις από το αφιλόξενο περιβάλλον και το ξεχείλισμα της καρδιάς μου, κι ενώ το φως είχε λιγοστέψει σα να ‘τανε σούρουπο, ένιωσα το σκάφος λυγισμένο από την ανημποριά να συνεχίσει να αναρριχάται, γυμνό στο κενό, έτοιμο να παλαντζάρει από την έλλειψη στήριξης, με ένα ελαφρύ τρέμουλο που έδειχνε τις περιορισμένες αντοχές του και με μια ανατριχίλα που το διαπερνούσε σύγκορμα. Το αεροπλάνο στα πενήντα εφτά χιλιάδες πόδια και κάτι, που κατάφερε να φτάσει, έμενε ασταθές σα να ‘ταν κρεμασμένο σ’ αυτήν την ανατριχιαστική θέση, με ανασηκωμένο το ρύγχος, αργό, παραδομένο στο κενό μισοτρεκλίζοντας σαν τσόφλι. Αισθάνθηκα προς στιγμήν αναστατωμένος κι υπερήφανος σαν ένας πρωτοπόρος εξερευνητής του αγνώστου. Είχα την αίσθηση πως αιωρούμαι και πως δεν μπορώ να βαστηχτώ για να στηριχτώ από κάπου. Με τα μάτια διάπλατα αντίκρισα αριστερά στο βάθος τη χιονισμένη κορφή του Ολύμπου που οι αχτίδες του ήλιου τσακίζονταν πάνω της, σαν ένα ζαχαρωτό φωτισμένο με νέον, καθισμένο πάνω σ’ ένα εκτεταμένο στρώμα μουντής αχλής που ξεχυνόταν ως πέρα στα Βαλκάνια. Μετά δεξιά, στο μακρινό ορίζοντα, στεφάνωναν ευδιάκριτα το Λιβυκό Πέλαγος οι κορφές των Λευκών Όρεων και του Ψηλορείτη της Κρήτης. Η απλωσιά εκεί πάνω ήταν ατερμάτιστη, η αίσθηση απόκοσμη κι οτιδήποτε λιγότερο έμοιαζε τελείως ασήμαντο στο νου, μιας κι η κλίμακα των πραγμάτων ήταν πολύ παράξενη εδώ. Γεμάτος άγρια περιφρόνηση για οτιδήποτε κακό, ένιωσα την πείρα των τελευταίων λεπτών να μου πλαταίνει τη γνώση και μιαν εμπιστοσύνη, κάτι σαν θερμή πνοή που με έκανε να νιώθω τον εαυτό μου πιο πλούσιο και πιο ικανό να αντιμετωπίσει το κάθε ενδεχόμενο. Με νηφαλιότητα που παρέμενε αμείωτη, κυριευμένος από ευδαιμονία αρκαδική και με το νου εύρωστο, ξεκίνησα αργά-αργά (σα να μην ήθελα να αποχωριστώ την κορυφή της τόλμης μου) μια ρηχή κάθοδο επιστροφής, υποχωρώντας κατά βάθος μπρος στην ανελέητη ειλικρίνεια της δύναμης που κυβερνά τη φύση. Ήτανε λάδι που ανάσαινε λαμποκοπώντας η θάλασσα πλάι μου, καθώς εισχωρούσα κατερχόμενος στην ασφάλεια και τη θαλπωρή της τροπόσφαιρας και το λιώσιμο της συμπύκνωσης των υδρατμών γέμιζε το «κόκπιτ» χαρούμενα σταγονίδια νερού, που λαμποκοπούσαν στον ήλιο, ενώ οι μηχανές γουργουρίζανε εύηχα γεμάτες ζωντάνια από το αναπάντεχο περίσσευμα οξυγόνου που τους χαριζότανε. Καθώς περνούσα το ύψος των είκοσι χιλιάδων ποδών με ανατολική πορεία, ο άνεμος είχε ρίξει όλο το βάρος του απ’ αριστερά προκαλώντας κάποιες στιγμιαίες αναταράξεις, ευεργετική έκφραση του ουρανού που ήθελε να αφήνει ένα αόρατο ίχνος, αν κι αυτό μπορεί να ονομαστεί παραστατικά ως «σημάδι ύπαρξης ενός εκτεταμένου μαξιλαριού», σαν χαλί απλωμένο, ταγμένο να καθησυχάζει στηρίζοντας τους ιπταμένους σε ώρες δύσκολες. Έχοντας το αεροδρόμιο Ανδραβίδας στα όρια του οπτικού μου πεδίου πετούσα τώρα ξέγνοιαστος πάνω από έναν πιο φιλόξενο κόσμο, με μιαν ανεπαίσθητη μελαγχολία παρούσα, καθώς η αίσθηση της υπέρβασης που είχε προηγηθεί, κρατούσε ακόμα ατόφια κι ολοζώντανη, στο κέντρο των αισθήσεών μου. Η θελκτική έλξη του ουρανού, ένα διαρκές μουρμουρητό σε αρμονική ελάσσονα, οι κιονοστοιχίες φωτός σε μιαν ατέρμονη μεταμόρφωση, εικόνες που εναλλάσσονται και ρέουν ασταμάτητα, οι πολυεπίπεδες διαθλάσεις που δεσπόζουν σε μίλια ολάκερα μακριά, ματιές αποτυπωμένες στο νου, τα αλλόκοτα τοπία κι οι εξώτερες ασυνήθιστες λάμψεις, τα δονούμενα οστά και τα καταπιεσμένα σπλάχνα, το στομάχι που μυρμηγκιάζει με αδένες γεμάτους εξάντληση, μυστήριες δέσμες διανυσμάτων και ακολουθίες αριθμών, η βαθιά συγκίνηση, το φως που επανέρχεται μετά την σκοτοδίνη που προκαλεί η επίδραση των “G”, οι φλέβες του κροτάφου στα όριά τους στο αποκορύφωμα της δυναμικής ενέργειας, εύθραυστες σαν περγαμηνή, οι ακραίοι ελιγμοί που στην εξέλιξή τους αποκομίζουν μιαν αίσθηση ποιητικής σύνθεσης, κάτι σαν την Δέκατη Ελεγεία του Ρίλκε, όλα αυτά ένα πεπρωμένο που δεν θέλει να προδοθεί, δε θέλει να λιώσει τα ιδανικά του για να βυθιστεί μέσα σ’ έναν απεχθή μικροαστισμό που ντύνει με τη γκρίζα στολή του συμβιβασμού τους ανθρώπους του πλήθους, να εκτίσουν έτσι την ποινή μιας άνοστης ουδετερότητας. Ένα λευκό συννεφάκι επέπλεε τώρα πάνω στο σκούρο μπλε του πηχτού βάθους του θαλασσινού νερού αριστερά μου, βαθιά στο πέλαγος, καμιά εικοσαριά μίλια δυτικά του νησιού της Ζακύνθου, ενώ ο θόρυβος των κινητήρων βούλιαζε και χανόταν μέσα στ’ αυτιά μου, που τα αισθανόμουν βουλωμένα, εξ αιτίας της μεταβολής συμπίεσης της καμπίνας διακυβέρνησης, μαζί με τη μεταβολή του ύψους πτήσης του αεροπλάνου, καθώς κινιόταν γοργά σε χαμηλότερα επίπεδα πλεύσης. Η ανάσα μου ήταν ήρεμη, στο ρυθμό της καρδιάς κι αισθανόμουν σα να περιφέρομαι άσκοπα, αν και ήταν σαφής ο προορισμός μου, τα δε χρονικά περιθώρια για να προσγειωθώ ήσαν οριακά περιορισμένα. Η βελόνα ένδειξης ποσότητας καυσίμων, άλλωστε, είχε αγγίξει ήδη το ελάχιστο όριο και οι δυο αδηφάγοι κινητήρες έκαιγαν προ πολλού από τα εφεδρικά αποθέματά τους. Ο αέρας που έθρεφε την καύση τους ήταν τώρα πυκνός με πλούσιο οξυγόνο κι η λαιμαργία τους για κηροζίνη θα ‘ταν ως και τριπλάσια απ’ ότι ήταν πριν, όταν πετούσαν σε μεγαλύτερα ύψη. Το βλέμμα μου πέρασε βιαστικά πάνω από το μισοβυθισμένο ναυάγιο, στα δυτικά παράλια της Ζακύνθου κι οι καφετιοί σκυθρωποί άνυδροι τόποι της παρακείμενης στεριάς έρεαν προς τα πίσω με οξειδωμένη θωριά, εκτεθειμένοι στο λιοπύρι του ζεστού μεσημεριού. Το αεροπλάνο καβαλικεύοντας την ακτή άφησε την αιλουροειδή σκιά του να τρέξει πάνω στα ξερόχορτα των λοφίσκων του νησιού δίνοντας την εντύπωση μιας γρηγορότερης πλεύσης. Οι ως πριν λίγο ασημαντότητες της γήινης επιφάνειας απέκτησαν νόημα κι ένα σωρό λεπτομέρειες εμφανίστηκαν ξανά: δένδρα, σπιτάκια μοναχικά, οικιστικά συγκροτήματα και περίτεχνες πολεοδομικές συνθέσεις, διάσπαρτοι ελαιώνες και υποδειγματικά αγροκτήματα, άνθρωποι στο ελάχιστο μέγεθος μιας κουκίδας, δαντελωτές ακτές, πλοιάρια ποικίλων τύπων και μεγέθους, που ταξίδευαν σε διαφορετικούς προορισμούς από διαφορετικές αφετηρίες, κι άλλες επίγειες λεπτομέρειες που άξιζε να παρατηρεί κανείς από ψηλά. Σε αντίθεση μ’ όλα αυτά ο ουρανός από πάνω έδινε τώρα την εντύπωση πως κοιμάται. Ένιωθα ένας ευτυχισμένος άνθρωπος πετώντας και τυχερός που μπόρεσα να ανταποκριθώ στο γνέψιμο της μοίρας, όταν αυτή με κάλεσε για πρώτη φορά να γίνω αεροπόρος. Είχα αισθανθεί τότε έγκαιρα τον κραδασμό που συνεπαίρνει και παρηγορεί τα άτομα που έχουν το προνόμιο να απολαμβάνουν τις χαρές της πτήσης και να γέρνουν τα μάτια τους, με μια ανανεωμένη πάντα ματιά, πάνω από τον οικείο και φιλικό τους κόσμο. Στη μοναχική πορεία μου, ακολούθησα πιστά τις ρίζες της βίαιης καταγωγής μου κι αφουγκράστηκα συνειδητά τον απόηχο της κληρονομημένης προσταγής για διαρκή εξέλιξη και περιπέτεια, μπλεγμένος μες του εσώτερου γίγνεσθαι τ’ απλωμένα πλοκάμια, στο ακαταλάγιαστο αγριοτόπι της ψυχής. Μετά από πολλές δυσκολίες και αναποδιές μπορούσα τώρα πια να αισθάνομαι μέλος μιας τρυφερής ράτσας ανθρώπων που ‘χουν μια στερεή βούληση και τις επιθυμίες τους καλά δαμασμένες. Οι σκιές τώρα στο μυαλό μου από τις σκοτούρες της περίπλοκης αποστολής είχαν τελείως εξαφανιστεί καθώς πλησίαζα ανακουφισμένος το κέντρο του αεροδρομίου σε ύψος δυο χιλιάδων πεντακοσίων ποδών, ακολουθώντας τις κανονικές εναέριες διαδρομές που οδηγούσαν τα αεροπλάνα στο κατώφλι της στενής λωρίδας ασφάλτου που λεγόταν διάδρομος αποπροσγειώσεων. Μετά την προσγείωση καθώς τροχοδρομούσα με ανάσα σαν του πουλιού και ήρεμη όψη, για τη θέση στάθμευσης, άγγιζα με σβελτάδα τα πλήκτρα, τους διακόπτες και τα κουμπιά που προβλεπόταν να απενεργοποιήσω. Ζεστοκαθισμένος στο περίπλοκο εκτινασσόμενο μεταλλικό κάθισμα της «Μάρτιν Μπέικερ», βιαζόμουν να ολοκληρώσω όλες τις αναγκαίες διευθετήσεις του «κόκπιτ», για να βρεθώ και πάλι να περπατώ στο έδαφος με το ανακατεμένο τσουλούφι των μαλλιών μου να το δροσίζει ο φρέσκος αέρας του μεσημεριού. Σε μια ώρα, ενταγμένος στο ύφος του οδικού δικτύου που οδηγούσε στο κατάλυμά μου, καθόμουν στο βολικό κάθισμα του αυτοκινήτου μου κι οδηγούσα προσεκτικά για καμιά ώρα ξεκούρασης, πριν επιστρέψω ξανά κατά τις οκτώ, για μια νυχτερινή επιδρομή κάπου στη βόρεια Ελλάδα. Έχοντας από καιρό συσσωρεύσει στη μνήμη της φύσης μου, αποθήκες ευρύχωρες δύναμης, δεν αρνιόμουν ποτέ κάτι τέτοιες προκλήσεις. Εν τω μεταξύ, είχα σχεδόν καταστείλει τον κυματισμό μέσα μου από την πρόσφατη ένταση της πτήσης, κι είχα φέρει πια τα πράγματα σε μια ανθρώπινη κλίμακα. Ήταν άλλωστε δική μου επιλογή να ζω μια τέτοια ζωή, σαν κυματομορφή, που συνεχώς αλλάζει με το χρόνο, πότε θετική, πότε αρνητική, πότε ήρεμη, πότε τρικυμιώδης, μεταφέροντας συχνά τον εαυτό μου σ’ ένα είδος χρόνου που του επέτρεπε να χάνει την επαφή του με τα υπόλοιπα. .................................... Το τετράφυλλο Επιστρέφοντας από μια αποστολή στο Αιγαίο, αρχηγός ενός ζεύγους μαχητικών αεροσκαφών τύπου F-4E Phantom είχα αρχίσει να εκτελώ μηχανικά και κάπως βαριεστημένα τις απαραίτητες ενέργειες εισόδου στον κύκλο προσγείωσης του αεροδρομίου Ανδραβίδας. Πετώντας σε ύψος δυόμιση χιλιάδων ποδών πάνω από το σημείο εισόδου Κάστρου Κυλλήνης με κατεύθυνση το αεροδρόμιο, χάζευα τη θέα από κάτω δεξιά καθώς οι δρόμοι και τα σοκάκια κυλούσαν σαν καρτεσιανό πλέγμα σχεδιασμένο μίλι το μίλι, μαζί με το πυκνό αρδευτικό δίκτυο του φράγματος Πηνειού που δέσποζε στον εκτεταμένο κάμπο της βόρειας Ηλείας. Παρατηρούσα εκείνη την ασχημάτιστη ελευθερία της πεδιάδας να εκλογικεύεται σε ευθείες γραμμές και ορθές γωνίες και να επεκτείνεται με μεγαλύτερη ασάφεια στο βάθος του ορίζοντα, κάτι που άλλωστε ταίριαζε και με την εκλογικευμένη –χωρίς εκπλήξεις και απρόοπτα- πτήση που είχα γευτεί ως εκείνη την ώρα, τη μέρα εκείνη. Κοίταξα μετά αριστερά, προς τον Νο δύο του σχηματισμού μου, με τη σιγουριά πως όλα πηγαίνουν καλά. Το φτερό του άλλου «δάγκωνε» μέσα στο δικό μου φτερό, όπως προβλεπόταν άλλωστε κι απ’ τους κανόνες του κλειστού σχηματισμού κι η απόσταση που μας χώριζε δε θα ‘ταν περισσότερο από ένα μέτρο. Περνώντας κάθετα πάνω από το κέντρο του διαδρόμου προσγείωσης με σχεδόν ανατολική πορεία, άρχισα μαλακά μια δεξιά στροφή αλλαγής κατεύθυνσης κατά διακόσιες εβδομήντα μοίρες, κατερχόμενος ομαλά, για να βρεθώ στο Break του εν χρήσει διαδρόμου προσγείωσης. Ο πρόθυμος νεαρός κολλημένος σαν βεντούζα στο αριστερό μου φτερό, προβαλλόταν τώρα στα μεγάλα ύψη του ουρανού βόρεια καθώς στρέφαμε με κλίση περίπου σαράντα πέντε μοιρών, σε έναν ουρανό που είχε την απόχρωση του σκούρου μπλε και διακοπτόταν από κάποια διάσπαρτα μακρινά λευκά νεφικά δικτυώματα. Με την εξέλιξη της στροφής προς το νότο και με τη μεσολάβηση του ήλιου που μεσουρανούσε εκείνη τη ώρα, ο ουρανός αποκτούσε σταδιακά στα μάτια μου μια πιο ασαφή χροιά, μια αλληλουχία από μαρμαρυγές που επέβαλαν ένα στιγμιαίο ακούσιο σκυθρώπιασμα στο βλέμμα, λες και με περικύκλωνε μια αλλόκοτη αίσθηση, κάτι σαν ηλεκτρική εκκένωση που περιόριζε τη σαφήνεια του χώρου κι έκανε τον ορίζοντα να μοιάζει άφωτος. Στο Break, στα χίλια πεντακόσια πόδια ύψος, με μια ταχύτητα τριακοσίων μιλίων την ώρα και με τα ρουθούνια μου γεμάτα οξυγόνο, αισθάνθηκα πως η μέρα μόλις είχε αρχίσει. Έριξα μια φευγαλέα ματιά στα υπολειπόμενα καύσιμα κι όταν είδα πως ήσαν αρκετά για μια σύντομη παράταση του χρόνου παραμονής μου στον αέρα, μ’ ένα χαλαρό χαμόγελο ικανοποίησης, προετοιμάστηκα ψυχολογικά για λίγη επιπλέον αληθινή περιπέτεια, κυριευμένος ίσως κι από μια υποβόσκουσα διάθεση παιχνιδιού, μιας αίσθησης που πάντα ήτανε παρούσα και πάντα παρέμενε ακόρεστη μέσα μου. «Σπάζοντας» στο Break, ανέφερα στον πύργο ελέγχου την πρόθεσή μου να παρατείνω μόνος την πτήση για τριάντα περίπου λεπτά, προφασιζόμενος έλεγχο πηδαλίων. Ζήτησα συγκεκριμένα να πετάξω στην νότια Ηλεία εκεί όπου συνήθως γίνονταν οι ακροβατικοί ελιγμοί, κι αφού έλαβα τη σχετική άδεια, συνέχισα κανονικά τη διαδικασία προσγείωσης μέχρι το «κατώφλι» του διαδρόμου και μετά, βάζοντας πλήρη ισχύ στους δυο κινητήρες, επανακύκλωσα. Στρέφοντας πάλι δεξιά ανερχόμενος, παρακολούθησα από ψηλά ως το τέλος την προσγείωση του δεύτερου αεροσκάφους, κι αφού σιγουρεύτηκα πως όλα πήγαν καλά μ΄ αυτόν, απομακρύνθηκα σιωπηλά σαν αντάρτης, φέρνοντας στην επιφάνεια ως και το νιοστό συναίσθημα ελευθερίας που μπορούσε να ανασυρθεί από μέσα μου. Υπερνικώντας σχετικά εύκολα, με τη βοήθεια των δυο πανίσχυρων κινητήρων, τις επίμονες βαρυτικές έλξεις που μόνιμα δεσμεύουν κάθε ιπτάμενο αντικείμενο, άρχισα να ανεβαίνω γοργά για τα δεκαπέντε χιλιάδες πόδια, προς το νότο. Το μέταλλο διέσχιζε αγέρωχα τον αέρα σφυρίζοντας κι ο ήλιος προβαλλόταν στις άκρες των φτερών, κάνοντάς τα πιο φωτεινά, με τις γραμμές συμπύκνωσης των υδρατμών να μοιάζουν με λεπτά ξύσματα πάγου περιστρεφόμενα σε μικρούς σύμμετρους ελικοειδής στροβίλους. Έχοντας το βλέμμα νοτιοανατολικά πάνω στην εκτεταμένη ραχοκοκαλιά της ενδοχώρας της Πελοποννήσου, ώθησα το χειριστήριο μπρος κι αμέσως μετά πίσω, κάπως απότομα, για να αισθανθώ για λίγο τη χαρούμενη χορευτική ανταπόκριση των πηδαλίων πάνω στο ευέλικτο ατσάλινο σκαρί του Phantom. Μια δέσμη βουνά μακριά μπρος μου με σκοτεινές πτυχώσεις, δημιουργούσε έναν ευκρινή ορίζοντα που διαγραφόταν στο καθαρό προφίλ του ουρανού. Παθητικός σαν σε έκσταση επέτρεψα στην ομορφιά που με περιέκλειε να επηρεάσει ελεύθερα τις αισθήσεις μου και να δημιουργήσει μια φορτισμένη στιγμή, απαραίτητη για το πύκνωμα της μοναξιάς μου και την ανάσυρση του εναλλακτικού μου εαυτού, ενός εαυτού που είχε το φόβο ανενεργό, σα να ‘ταν μια ασήμαντη λεπτομέρεια κατακαθισμένη στον πάτο της μνήμης μου. Δεν υπήρχαν ιδεολογικά φράγματα που έπρεπε να υπερνικήσω εκείνη την ώρα, ούτε ήθελα κάτι σοβαρό να σκέφτομαι. Απλά προσδοκούσα να επιτρέψω στο συνήθη χρόνο μου να εισβάλει σ’ έναν άχρονο κόσμο και να απελευθερωθώ έτσι από συμβατικές δεσμεύσεις και εξαρτήσεις. Ο νότος μπρος μου βρισκόταν ήδη σε μια φωτεινή διέγερση κι η θάλασσα του Ιονίου πελάγους δυτικά χτένιζε με αφρούς την αμμουδερή ακτή της Κουρούτας. Νιώθοντας μιαν ακούσια συναισθηματική υπερχείλιση να με κυριεύει, με ένα ρευστό πέρασμα των δακτύλων του δεξιού μου χεριού πάνω στη λαβή του χειριστηρίου, ώθησα μαλακά το αεροπλάνο εντελώς δεξιά για να βρεθεί σε μια θέση πτήσης σχεδόν ανάστροφη. Διάσπαρτα ίχνη αυτοκινήτων με διαφορετικό προορισμό και αφετηρία διέσχιζαν την παραφορτωμένη κεντρική οδική αρτηρία που συνδέει την Πάτρα με τη νοτιοδυτική Πελοπόννησο και καθώς ο τόπος μίλια γύρω γινόταν σταδιακά όλο και πιο φωτεινός, άρχισα λίγο-λίγο να αισθάνομαι την ποθητή αφαίμαξη της ανίας που περίσσευε μέσα μου από το πρωί και με ταλαιπωρούσε ως εκείνη την ώρα. Σε τέσσερα λεπτά διέσχιζα κιόλας την περιοχή Ολυμπίας με ανατολική κατεύθυνση ανερχόμενος, ενώ οι αεραγωγοί των κινητήρων με τη μέγιστη ροή αέρος στο στόμιό τους, απέδιδαν μιαν ικανοποιητική ώθηση που την ένιωθα ευεργετική πάνω στο κορμί μου. Προετοιμάζοντας τον εαυτό μου κατάλληλα ένιωσα στο στόμα μια αλκαλική γεύση έντασης, μια αμείωτη αίσθηση αλλόκοτου και δυσεξήγητου υπερβατικού συναισθήματος, απόρροια ίσως της αυξανόμενης έκχυσης αδρεναλίνης, και μια αυτάρκεια που με καθησύχαζε σε κείνη τη διαυγή απεραντοσύνη μέσα στην οποία γλιστρούσα αθόρυβα. Αισθάνθηκα για μια ακόμα φορά ευτυχής για τη «δουλειά» που είχα επιλέξει να κάνω ως μαχητής αεροπόρος, μακριά από τις ρουτινιάρικες αερογραμμές που κάθε πρωί θα με ανάγκαζαν να ανακατεύομαι μ’ ένα κακόκεφο και νυσταλέο κοπάδι πρωινών επιβατών. Παρότι υπεισέρχονται χίλιες δυο λεπτομέρειες σ’ αυτή τη δουλειά κάθε μια από τις οποίες φέρει την πιθανότητα ενός μοιραίου λάθους, αισθανόμουν απόλυτα ασφαλής. Ένιωθα εξάλλου επαρκής στους ακραίους χειρισμούς κι όταν τους εκτελούσα επεξεργαζόταν ασυναίσθητα στο υποσυνείδητό μου μαθηματικούς υπολογισμούς που μου έδιναν λύσεις στη διαρκή ανίχνευση κρυμμένων κέντρων ισορροπίας και στον υπολογισμό άγνωστων οριακών αδρανιών. Καθώς εντόπισα το σημείο που ήταν κατάλληλο για την έναρξη των ελιγμών, έθεσα καθαρά ανατολική πορεία, μηδέν ενενήντα μοίρες, κυριευμένος από έναν εσωτερικό παλμό σιωπής. Κι ενώ ένας αγαπημένος του μουσικός ήχος αιωρείτω παγιδευμένος μέσα στο στόμα μου, έλεγξα σχολαστικά τον εναέριο χώρο τριγύρω και αύξησα την ισχύ των κινητήρων στο ενενήντα πέντε τοις εκατό. Μ’ ένα ξαλάφρωμα που το προκάλεσε η στιγμιαία πίεση του χειριστηρίου προς τα μπρος, το αεροπλάνο άρχισε να επιταχύνεται γρήγορα σα να ξηλώθηκε πίσω του κάποιο στερέωμα που το συγκρατούσε ως εκείνη την ώρα. Θα εκτελούσα στην αρχή ένα «τετράφυλλο» που ήταν ο αγαπημένος μου ελιγμός. Ήταν ένας πολυεπίπεδος ελιγμός όπου για να εκτελεστεί σωστά θα έπρεπε ο όγκος των πληροφοριών να ρέει ασταμάτητα από τα εγκεφαλικά κύτταρα, να ξεχύνεται στα δάχτυλά και να μετουσιώνεται σε τεχνική, σε μια αλληλουχία ομαλών μεταβάσεων, στο σχηματισμό τελικά μέσα στον κενό του ουρανού ενός ρόδου αρμονικού και τελειοποιημένου, ενός κανονικού «τετράφυλλου». Είχα προετοιμάσει τον εαυτό μου κι ένιωθα ήδη μιαν ελκυστική ισορροπία που με τροφοδοτούσε με χαριτωμένη αμηχανία και με μια προκαταβολική ικανοποίηση. Καθώς η ταχύτητα του αεροσκάφους αυξήθηκε γρήγορα στα τετρακόσια πενήντα μίλια την ώρα, άρχισα τον ελιγμό ξεκινώντας από τον ορίζοντα με προοδευτική έλξη του χειριστηρίου στα τέσσερα “G” και με τις πτέρυγες οριζόντιες μέχρι που η κεφαλή του αεροσκάφους να ανέβει στις εβδομήντα μοίρες πάνω από τον ορίζοντα. Ανερχόμενος αισθανόμουν ικανοποίηση κι ένιωθα ξαλαφρωμένος σα να είχα υπερβεί μια κύστη ή ένα τέλμα που συνήθως λιμνάζει και χαρακτηρίζει το παρόν, ενώ την ίδια ώρα οι παλμοί στο λαιμό μου βροντοχτύπαγαν και η λάμψη της μέρας μειωνόταν σταδιακά από την επίδραση των “G”, στην επήρεια των οποίων η όραση μειώνεται στο ελάχιστο και το φως παίρνει συχνά το χρώμα του μαλακού εσωτερικού μιας ελιάς. Χωρίς να σταματήσω καθώς το ρύγχος του Phantom άγγιζε τις εβδομήντα μοίρες πάνω από τον ορίζοντα, άρχισα –όπως προβλεπόταν- μια συνδυασμένη περιστροφή αριστερά, προς την κατεύθυνση του σημείου του ορίζοντα που βρισκόταν στις ενενήντα μοίρες, κάθετα σε σχέση με το ίχνος που είχα όταν άρχιζε τον ελιγμό. Ο βαθμός περιστροφής ήταν τέτοιος που το αεροσκάφος διανύοντας ένα ομαλό τόξο άγγιξε πάλι τον ορίζοντα βόρεια, ανάστροφα, ακριβώς στο προεπιλεγμένο σημείο, και με ταχύτητα διακοσίων μιλίων την ώρα. Με μια σταθερή έλξη του χειριστηρίου, έχοντας τα φτερά οριζόντια, βούτηξα κάθετα προς το έδαφος, κατακόρυφα προς τα κάτω, χάνοντας ύψος με έναν ιλιγγιώδη ρυθμό. Χωρίς να σταματήσω την έλξη του χειριστηρίου πέρασα από το κατακόρυφο επίπεδο που με έφερνε προς το έδαφος και το αεροσκάφος άρχισε και πάλι σταδιακά να μειώνει με σταθερό ρυθμό τη γωνία καθόδου, και αφού διέγραψε ένα τόξο εκατόν ογδόντα μοιρών στο κατακόρυφο επίπεδο, στο κάτω τόξο μιας νοητής σφαίρας, επανήλθε στον ορίζοντα με πορεία εκατόν ογδόντα μοιρών προς το νότο, με ταχύτητα τετρακοσίων πενήντα μιλίων την ώρα, έχοντας τη δυναμική ενέργεια που είχε όταν ξεκίνησα τον ελιγμό, με μοναδική διαφορά ότι τώρα η πορεία ήταν εκατόν ογδόντα μοίρες αντί για ενενήντα που είχε αρχικά. Χωρίς να σταματήσω άρχισα πάλι να τραβώ το χειριστήριο δυνατά για να φέρω το ρύγχος στις εβδομήντα μοίρες πάνω από τον ορίζοντα με πορεία εκατόν ογδόντα μοιρών. Με μια συνδυασμένη και πάλι περιστροφή αριστερά κατευθύνθηκα συμμετρικά, γύρω από το επιδιωκόμενο αζιμούθιο, προς το σημείου του ορίζοντα που βρισκόταν στις ενενήντα μοίρες κάθετα, σε σχέση με το ίχνος των εκατόν ογδόντα μοιρών. Ο βαθμός περιστροφής και πάλι ήταν τέτοιος που το αεροσκάφος άγγιξε τον ορίζοντα ανατολικά ανάστροφα, ακριβώς στο προεπιλεγμένο σημείο, με μια ταχύτητα διακοσίων μιλίων την ώρα. Ήδη είχα εκτελέσει τα δυο πρώτα φύλλα του «τετράφυλλου», το ανατολικό και το νότιο και συνέχισα για να εκτελέσω το δυτικό και το βόρειο, έχοντας υιοθετήσει λες μιαν έλλειψη πειθαρχίας ως προς τους κανόνες, αλλά ταυτόχρονα μια απαστράπτουσα συνέπεια στον απώτερο αισθητικό σκοπό του ελιγμού, μιας και για τους πιο έμπειρους αεροπόρους τέτοιοι ελιγμοί και άλλοι παρόμοιοι, συνδεδεμένοι νοητικά με καθαρά επιχειρησιακές ανάγκες, αποκτούσαν ένα ιδιαίτερο βάθος, ίσως και λίγο μυστικιστικό νόημα. Τα μάτια μου ακολουθούσαν ομαλά την εξέλιξη του ελιγμού που ήδη είχε αποκτήσει μια σταθερή ροή αρμονίας. Εκείνη την εποχή βρισκόμουν στο απόγειο της αεροπορικής μου δεξιότητας. Είχα διδαχθεί όλα όσα έπρεπε γύρω από το αεροπλάνο και την αποστολή του και είχα συμμετάσχει σε αναρίθμητες αποστολές πάσης φύσεως και δυσκολίας. Το σπουδαιότερο όμως στοιχείο στη βελτίωση της πτητικής μου ικανότητας ήταν πως μου είχε δοθεί αρκετός χρόνος να αυτοσχεδιάσω πετώντας, να συναγωνιστώ με παλαιότερους έμπειρους αεροπόρους και να διδάξω νεότερους. Είχα πάντα μια μεγαλεπήβολη προοπτική στο νου μου που με ακολουθούσε σαν καρδιακός παλμός, γιατί είχα συνειδητοποιήσει, πέρα από κάθε αμφιβολία, πως η ζωή του αεροπόρου των μαχητικών είναι μια αρκετά πολύπλοκη και περίεργη υπόθεση που για να μπορέσει κανείς να πετύχει και να επιβιώσει θα πρέπει να κυνηγά διαρκώς την τελειότητα όσο επικίνδυνη και επίπονη υπόθεση κι αν είναι αυτή. Ίσως ο μακρύς δρόμος αυτής της σκληροτράχηλης μα ταυτόχρονα και ελκυστικής περιπλάνησης να ήταν αποτέλεσμα μιας μυστικής εσωτερικής προσταγής, επίμονης σαν τη δύναμη της βαρύτητας, μάταιης σαν τα εγκόσμια τολμήματα, άπληστης στις συγκινήσεις και στις απαιτήσεις, σαν την αχανή ψυχή του καθενός. Με πορεία λοιπόν νότια, το ρύγχος στον ορίζοντα, σε ανάστροφη θέση, με ταχύτητα διακοσίων μιλίων την ώρα, τραβούσα πάλι το χειριστήριο στην κοιλιά για να ζωγραφίσω στο στερέωμα, τούτη τη φορά, το βόρειο φύλλο του ρόδου μου. Μακριά μπρος μου, καθώς καθόμουν με το κεφάλι προς τα κάτω κολλημένος στο κάθισμα από τη δύναμη της βαρύτητας, η γκριζοπράσινη γη απλωνόταν εκεί που κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει ουρανός. Κάτι συγκεντρώσεις νερών στο βάθος του ορίζοντα, σαν δοχεία αναποδογυρισμένα, γυάλιζαν και έμοιαζαν να μην έχουν δικό τους χρώμα, πέρα από ένα αχνοπράσινο φως και κάποια διάσπαρτα γαλάζια μπαλώματα, αντανακλάσεις του ανεστραμμένου ουρανού. Κι ενώ οι κορφές των δένδρων κρέμονταν κι αυτές ανάποδα στον ήλιο, ένιωθα το κρανίο μου βαρύ σαν μέταλλο και τους πόρους του προσώπου μου να με τσιμπάνε καθώς τα “G” πολλαπλασίαζαν το βάρος μου και τραβούσαν την επιδερμίδα προς τα κάτω με μανία. Οι σωματικές αυτές κακουχίες έμοιαζαν όμως μικρές ενοχλήσεις καθώς είχε ολοκληρωτικά εισχωρήσει στη φαντασία μου ο σχεδιασμός και η εκτέλεση του ελιγμού που δεν ζητούσε βέβαια καμιά υπερβολή, αλλά επέβαλε μια ολοκληρωτική συμμετοχή για να γίνουν οι κινήσεις αρμονικές και συμμετρικές χωρίς αμφιταλαντεύσεις και για να αντληθεί έτσι ένα συναίσθημα ικανοποίησης που βελτίωνε την δεξιότητα και την αεροπορική μου αντίληψη. Καθώς γλιστρούσα προς την κατεύθυνση της βαρύτητας και βούταγα στο κενό κάτω σα γεράκι, καθηλωμένος στο κάθισμα, το αεροπλάνο τρανταζόταν στο μεταίχμιο της στήριξής του, σα να έπλεε μέσα σε απόνερα καραβιού. Γνώριζα καλά πως αν ξεπερνούσα το χρόνο παραμονής μου στο κατακόρυφο αυτό επίπεδο, έστω και για πέντε δευτερόλεπτα, η απαγκίστρωσή μου θα ήταν ανέφικτη και ο θάνατός μου αναπόφευκτα ακαριαίος. Με καθηλωμένες λοιπόν τις αρθρώσεις, τα ιγμόρεια να καίνε, με την όραση θολή, το ένστικτό μου κι ένα σωρό εντολές αποστηθισμένες για περίπτωση ανάγκης, με καθησύχαζαν, σα να ‘χα σύμβουλο μιαν έκτη αίσθηση, ένα μείγμα πίστης και καθαρής αντίληψης που με προστάτευαν από το άγνωστο. Κατέβαινα με μεγάλη ταχύτητα, σχεδόν καταποντισμένος και δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο οι μαύρες σκέψεις να μου ροκανίζουν τα θεμέλια, απεναντίας, κλειδωμένος μέσα στο καλοδουλεμένο μετερίζι που με ενσωμάτωνε με το μέταλλο και την υψηλή τεχνολογία, έπρεπε να αναζητώ μέσα στη σιωπή εκείνο που υπήρχε ως μια ευγενική παραχώρηση στην επαγγελματική μου αυτοεκτίμηση. Ήξερα καλά πως στη ζωή του αεροπόρου των μαχητικών, σπάνια είναι τα πράγματα συγκεκριμένα -είναι σαν το τίποτα- και δεν υπάρχει καμιά ομοιότητα με οτιδήποτε προηγούμενο. Καθώς περπατά κανείς πάνω στο συμβατικό χρόνο πετώντας, μετακυλύετε διαρκώς σε νέα δεδομένα, αμυδρώς ορατά, - σ’ αυτό συγκεντρώνεται το μυαλό- κι ο σκοπός είναι να αλλάζει κάτι προς το καλύτερο, να γίνεται εφικτή μια βαθύτερη μορφή της δεξιότητάς σου και της εμπειρίας σου, να επιτυγχάνεται τελικά μια διαρκής ανανέωση μέσα κι έξω από το μουρμουρητό μνήμης και ονείρου. Έσπρωξα το κεφάλι πίσω προς τους καταπράσινους λοφίσκους που συναντούσαν ανάστροφα την ποθητή γραμμή του ορίζοντα και την γαλάζια καμπυλότητα της γης. Αναπτερωμένος από την ανταπόκριση του τοπίου άρχισα πάλι να μουρμουρίζω ντακάπο κάτι παλιά τραγουδιστικά μουρμουρητά που μου ‘φερναν ευεξία, παρότι εκείνη την στιγμή, λόγω της πίεσης της βαρύτητας, η γαλήνη στα μάτια μου είχε σχεδόν σβηστεί κι είχε αντικατασταθεί από γκρίζες ρυτίδες, κόκκινες φλέβες και παραμορφωτικούς μυϊκούς σχηματισμούς που δεν ήσαν ανθρώπινοι. Από κάτι τέτοια ελκυστικά βασανιστήρια είχε μαζευτεί γύρω από τα μάτια μου ένα σύστημα τριχοειδών αγγείων, σκιών, πτυχώσεων, ρυτίδων, ένα κατακάθι δηλαδή συσσωρευμένο από τη μακροχρόνια επίδραση των ελκτικών και φυγοκεντρικών δυνάμεων «G». Εκτέλεσα αποφασιστικά και το τέταρτο βορειοδυτικό φύλλο του «τετράφυλλου» κι έστρεψα προς την παραλία του Κυπαρισσιακού, αφήνοντας μαλακά το αεροσκάφος να γλιστρήσει σε χαμηλότερα ύψη, ενώ σάρωνα με το βλέμμα τις δασώδεις εκτάσεις μπρος μου και ανατολικά. Είχα πια τη δυνατότητα, κάτι τέτοιες ώρες, να αφήνω τον εαυτό μου λίγο περισσότερο χαλαρό να γεύεται τη χαρά της πτήσης, χωρίς να συλλογίζεται φανερά την υφή των δυσκολιών που ενυπήρχαν και με επηρέαζαν διαρκώς. Γιατί αναμφίβολα υπάρχει μια ολόκληρη αεροπορική «κοσμολογία» που παρεμβαίνει στην εξέλιξη της πτήσης κάθε στιγμή: δεσμοί και κόμβοι, ακμές και καμπύλες, σημεία εφαπτομένης και συνεφαπτομένης, εμπειρικά ανώτερα μαθηματικά και χωροχρονικές ανωμαλίες, μοναδικότητες, πολύπλοκα μηχανικά συστήματα που ελέγχονται και πρέπει να συνεργάζονται αρμονικά, διακόπτες και όργανα πλεύσης, αεροδυναμικές ιδιότητες, δυσοίωνες μηχανικές προειδοποιήσεις, καιρικές ιδιοτροπίες και ιδιαιτερότητες, εδαφικές προκλήσεις και παγίδες, ανθρώπινα όρια μεταβαλλόμενα από τη σωματική κατάσταση και τη διάθεση της στιγμής, στόχοι που πρέπει να επιτυγχάνονται με ακρίβεια. Το συνειδητό μου λοιπόν, καθώς προσέγγιζα το ύψος των πεντακοσίων ποδών πάνω από το έδαφος, κινιόταν μέσα στο ηχητικό και οπτικό τοπίο, παρατηρητικό και υπάκουο κι ένα χαμόγελο αιωρείτο πίσω από το ουδέτερο βλέμμα μου. Πλησιάζοντας την ακτή κατέβηκα πολύ χαμηλά ώσπου ένιωσα πως πετούσα μέσα στους γαλάζιους ατμούς του θαλασσόνερου, με ταχύτητα αυξημένη στα τετρακόσια πενήντα με πεντακόσια μίλια την ώρα. Ακολούθησα παράλληλα τις σιδηροδρομικές γραμμές προς την Κυπαρισσία κι η αιλουροειδής σκιά του αεροσκάφους έτρεχε πλάι μου δαιμονισμένα πάνω στη θαλασσινά κύματα της ακτής. Έχοντας γεμίσει με ενέργεια το πληκτικό πρωινό μου έστρεψα δυτικά προς τα νησάκια Στροφάδες παραμένοντας σε πολύ χαμηλό ύψος, όπου, κάνοντας μια περιμετρική αριστερή στροφή με μεγάλη κλίση, περιεργάστηκα το κτήριο του μοναστηριού και τις γαλαζοπράσινες αβαθείς παραλίες με τα διάσπαρτα βράχια. Μετά, με μια ρηχή άνοδο απομακρύνθηκα προς τη Ζάκυνθο κι από κει προς το σημείο εισόδου του αεροδρομίου για προσγείωση. Μπαίνοντας στη Μοίρα χαμογελαστός είχα έτοιμο στα χείλια ένα εύστοχο αστείο. Προσπερνώντας τους συναδέλφους μου που ξεκουράζονταν στην καντίνα -ένα χαρούμενο στηλητευτήριο- τους έριξα ένα καλόβολο βλέμμα και κατευθύνθηκα στα «σωστικά» για να αποθέσω τον εξοπλισμό πτήσης και την κούραση της ημέρας. Ξαλαφρωμένος ξαναγύρισα στην καντίνα, κέρασα τον εαυτό μου ένα παγωμένο αναψυκτικό και σκόρπισα τον κάματο του κορμιού μου, σπρώχνοντας με διάθεση πειράγματος το συνάδελφό μου που είχε απλωθεί στο μισό καναπέ του σαλονιού φαρδύς πλατύς. Παρότι στους ώμους της φόρμας πτήσεων είχε αποτυπωθεί με άσπρες στάμπες η αλμύρα του ιδρώτα της πτήσης, η κανονική ζωή επέστρεφε σιγά-σιγά στο κορμί μου, κι ένας απαλός ευδαιμονισμός είχε αρχίσει να νικάει την κόπωση, κάτι που βοηθούσε να ανακτηθούν ξανά τα διασπασμένα κομμάτια της χορτασμένης ψυχής μου. Κράτησα νωθρά μια παλιά εφημερίδα στα χέρια, με το αυτί τεντωμένο για να ανταποκριθώ στα συνήθη πειράγματα των άλλων τριγύρω, μα ήτανε εμφανές πως ήμουν κυριευμένος από μια αυξημένη επιθυμία για λίγη γαλήνη. Ένιωθα ένα ευχάριστο δροσερό συναίσθημα αδυναμίας και μια ευεργετική ανημποριά, κάτι που άλλωστε συνέδεε την αναπόφευκτη φυγή προς τα επίγεια με τη νοσταλγία των συγκινήσεων της πτήσης που είχε προηγηθεί και είχε ήδη αρχίσει να ξεθωριάζει σιγά-σιγά μέσα μου. Συνηθισμένος να ζω σ’ έναν παντοδύναμο και συνάμα ταπεινό κόσμο, οι έντονες συγκινήσεις και η πεζότητα γειτόνευαν καθημερινά και βρισκόμουν διαρκώς ανάμεσα σε δυο πραγματικότητες, σε δυο βάναυσες μα ταυτόχρονα ελκυστικές αντίρροπες δυνάμεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: