Αγαπητέ Γιώργο
Είπα θα σου γράψω μόνο αλήθειες. Εσύ ανέβασε στις κριτικές σου ότι θες.
Αγόρασα το βιβλίο σαν συγγενής όταν εκδόθηκε. Από τότε έμεινε στην βιβλιοθήκη μου παρέα με τα « προς ανάγνωση βιβλία». Δε ξέρω αν έφταιγε η «προκατάληψη» που μου είχαν δημιουργήσει 2 μέλη από την Θεατρική ομάδα για την πένα σου, όταν πρότεινα να ανεβάσουμε έργο σου , ή θες γιατί ένιωθα ότι δεν είχε «ωριμάσει» για να το ανοίξω….
Ένα πρωί στη θάλασσα πριν λίγες μέρες σου έδειξα ότι το ξεκινούσα. Θες η ανάγκη να περάσω τις ατέλειωτες ώρες στην παραλία, θες η περιέργεια… το ξεκίνησα!!
Δύο μέρες και νύχτες και απογεύματα έφτασαν να το «καταλύσω»!!! (καταλύω= Ρήμα που χρησιμοποιείται στην Θεία Κοινωνία)
Θα ΄μουν δε θα ΄μουν 6 χρονών, όταν το 1967 καθημερινά με ένα FIAT500 κάραβαν φορτωμένο τον «άρτον τον επιούσιον» ανηφορίζαμε με τον πατέρα μου σηκώνοντας μπουχό σκόνη τον δρόμο για Γεράκι – Μπεσερε. Το μούγκρισμα της μηχανής με αγρίευε. Πιότερο με αγρίευαν οι κάτοικοι του μικρού χωριού. Δε ξέρω γιατί με μελαγχολούσε και με φόβιζε αυτό το χωριό. Θεωρούσα τους κατοίκους του απόμακρους, κλεισμένους στον εαυτό τους. Ποτέ δε γελούσαν.
Χρόνια μετά… στην αρχή της εφηβείας μου θέριζα με τον πατέρα μου με μια «πατόζα» στο μεγάλο αλώνι του μπεσερε τα γεννήματα της χρονιάς. Τα ίδια συναισθήματα για τους κατοίκους.
Ο Γιώργος ο Ξένος, όχι μόνο με ταξίδεψε στα χρόνια εκείνα με ένα πραγματικά θαυμαστό τρόπο, αλλά με έκανε να αγαπήσω και τους κατοίκους αυτού του χωριού μέσα από τους «ήρωές του». Να δεθώ μαζί τους, να φανερώσω, κρυφακούγοντας στον τοίχο από τσατουμα τις δικές μου ψυχικές αναζητήσεις μαζί με τη Σμηνιώ
Στην Αρχή του βιβλίου ομολογώ πως ένιωσα έντονα την ανάγκη του συγγραφέα να τα δώσει όλα. Να με εντυπωσιάσει με το πλήθος δύσκολων εννοιών και φανταχτερών λέξεων. Ενώ τα πάντα κυλούσαν ήσυχα σαν τον σοχιά που ξεκινά από το μπεσερε και περνά από τα Αστερεικα για να διασχίσει την Αμαλιάδα, και να χυθεί ανάμεσα Μαραθιά – Κουρούτα, ξαφνικά μεγάλοι «καταράκτες» πολυσύνθετων εννοιών και λέξεων διέκοπταν το ταξίδι μου. Έπρεπε να γυρίσω πίσω να βρω τον «Χαμένο μονοπάτι της ιστορίας της Ισμήνης». Αλλά όταν το έβρισκα πάλι , απολάμβανα το κατέβασμα του προς το τέλος της διαδρομής.
Πολλοί οι καταρράκτες στο πρώτο μέρος που με κούρασαν, ομολογώ. Αλλά στο δεύτερο μέρος με αποζημίωσαν, όταν το νερό έφτανε « στον κάμπο της Ιστορίας της Ισμήνης» το απόλαυσα στην κυριολεξία!!!!
«κάθισα στην άμμο και έφτιαχνα τα δικά μου κάστρα Ιωνικού Ρυθμού δίπλα στην Ισμήνη.
Ενώ θα έπρεπε να έχω ενοχληθεί , όπως με τη μάννα της, από την ευκολία που δινόταν στους άντρες, η «πεινασμένη» για σεξουαλική(;) αγάπη, δικηγορίνα, ο Γιώργος ο Ξένος με έκανε να αγαπήσω αυτή τη γυναίκα και να θέλω να την αγκαλιάσω.
Αρκετά τα ερωτηματικά που αφήνει αναπάντητα στην πορεία ο Συγγραφέας. Τεχνική; Επιδίωξη; Ανάγκη; αφήνει με πολύ έξυπνο τρόπο την απάντηση στον αναγνώστη. Τον καλεί να πάρει μέρος στο έργο, σαν τον σκηνοθέτη στην παράσταση , που θέλει να ανεβάσει το θεατή από την πλατεία στη σκηνή.
Όπως και να είναι, κάνει «τους Συνένοχους» ελκυστικούς. Σε οδηγεί να γίνεις και συ «Συνένοχος».
Ίσως στη δεύτερη ανάγνωση δώσω τις σωστές απαντήσεις. Είναι σαν το καλό κρασί που για να το «νιώσεις» θες και δεύτερο ποτήρι. Στην δεύτερη ανάγνωση, τότε που δε θα βιάζομαι να φτάσω στο τέλος και θα μπορώ να απαλλαγώ εύκολα από τους καταρράκτες των εντυπωσιακών λέξεων, είμαι σίγουρος ότι θα απολαύσω καλύτερα το ταξίδι των 309 χιλιομέτρων προς το Περιστέρι μαζί με τη Θάλεια, την Ισμήνη…….
Καλό κατέβασμα Ισμήνη από την κορυφή. Μην ξεχνάς οι κατηφόρες είναι πιο δύσκολες και επικίνδυνες από τις ανηφόρες. Και ο Γιώργος ο Ξένος μας το έδειξε πολύ καλά.
Έγραψα πολλά, ο Γιώργος φταίει. Να τα μαζέψω.
Σαν σκηνοθέτης κόλλησα στην τελευταία εικόνα στο δρόμο προς την εκκλησία. Εκεί που αρχίζουμε τη ζωή μας όταν βαπτιζόμαστε, εκεί που πάμε να βρούμε το λυτρωμό από τις αμαρτίες μας και τη σωτηρία, εκεί που μας πάνε στο τέλος της ζωής μας.
Τι φοβερό πλάνο!! Καταπληκτικό σενάριο για σήριαλ!!! Αλλά και φοβερό κείμενο για μονόλογο εξομολόγηση μιας γυναίκας. Φαντάζομαι αυτή τη φωτογραφία πλάτη σκηνικού, ένα μπαούλο ανοιχτό, μια ξύλινη βαλίτσα και μια γυναίκα να μονολογεί. Κάτι σαν τον μονόλογο του Αντωνόπουλου στο κείμενο «Ο Μάρξ στο Σόχο»
Το ανακάτεμα του μύθου με την πραγματικότητα κάνει τον αναγνώστη από την περιοχή να θέλει να αναζητήσει στον πεζόδρομο της λεωφόρου την Ισμήνη. Τον κάνει να ψάχνει στην παραλία της μαραθιάς να την βρει. Πάρα πολύ έξυπνη η ιδέα να βάλει μέσα στην ιστορία γνώριμα και πραγματικά στέκια της πόλης με συμβολικά ονόματα «Ρόπτρο» «Αμβροσία» «’Άλλοθι». Φοβερή η πλοκή, απρόβλεπτη η εξέλιξη, απρόσμενα λυτρωτικό για όλους και τον αναγνώστη, τέλος. Στο δεύτερο μέρος ο Γιώργος ο Ξένος δείχνει να καταλαβαίνει την αγωνία του αναγνώστη και το «τρέχει» με χίλια προσπαθώντας να φτάσει την φαντασία του αναγνώστη. Πολύ έξυπνο.
Έλεγα πάντα στους ηθοποιούς μου ότι η υπερβολή , μπορεί να αρέσει, αλλά κουράζει κάποια στιγμή. Λίγα λοιπόν τα σημεία που υπερβολή στην έμφαση του λόγου με ταλαιπώρησε λίγο. Όμως το τελικό αποτέλεσμα ήταν απρόσμενα εντυπωσιακό για μένα. Τόσο που μου άναψε σπίθα να σκεφτώ πάλι την επιστροφή μου στην σκηνοθεσία.
Σε ευχαριστώ για το ταξίδι που μου χάρισες και σου προτείνω να το στείλεις κάπου για να γίνει σήριαλ. Θα έχει μεγάλη επιτυχία.
Χάρης Κότσιφας
Θεολόγος- Ερασιτέχνης Σκηνοθέτης
Υ.Γ Μου είχες πει ότι έχεις κάτι θεατρικό. Θα ήθελα να το δω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου