Αγαπητέ κ. Γιώργο Ξένο
Άργησα να σας γράψω
Αναζητούσα μιαν αφετηρία για αυτή τη γραφή που θα έδινε το νήμα στο σημείωμά μου για να πω όσα γεύτηκα με την ανάγνωση των «Συνενόχων»
Την αφετηρία ανακάλυψα, τσαλαβουτώντας στα σημειώματά μου που εδώ και ένα μήνα ορνιθοσκαλίζω για να εκφραστώ. Ε, λοιπόν, σας λέω χωρίς καμιά επιφύλαξη, διαβάζοντάς σας συνειδητοποιώ όλο και πιο πολύ ότι με τους συνενόχους γεννήθηκε μια γραφή εντελώς «λατινοαμερικάνικη», από την άποψη της «σχολής» στη λογοτεχνία μας. Ίσως και ολίγον Ισπανική, για όσους έχουν διαβάσει, Σαλαμπέρτ κλπ.
Η ατμόσφαιρα των Συνενόχων ταιριάζει απόλυτα με το θρυλικό Μακόντο του Μαρκές, στα «100 χρόνια Μοναξιάς». Ένα τοπίο του ελληνικού Νότου, διόλου ηθογραφικό, μέσα από ένα μεταφυσικό ρεαλισμό, που παραπέμπει στην παραισθησιακή λογοτεχνία του μεγάλου Μαρκές, αλλά ίσως και της Αλλιέντε.
Η πέτρινη περίοδος της ελληνικής Ιστορίας η 10ετια που διηγείστε, δίνει στη λογοτεχνία μια εξαιρετική φόρμα του τόπου, αληθινή και αιμάσσουσα. Στο περίγραμμα όχι μια υπόθεση μελό που έχει να κάνει με δημοκράτες και φασίστες, με πατρικίους και πληβείους αλλά με ένα ανθρωπολογικό τοπίο αμιγές από την άποψη της ανάγκης. Να ξεφύγουν από το παρελθόν με μέσο τον έρωτα και την αγάπη. Στο προσδόκιμο αυτής της επανάστασης βασίζεται τελικά η νέα γενιά αφού οι παλιότεροι με το βαρίδι του κατάδικου στο πόδι δεν θα τα καταφέρουν, έτσι άλλωστε συμβαίνει πάντα…
Η λογοτεχνία στη χώρα μας είπε πολλά για τα μετεμφυλιακά, για τη δεκαετία του 60 , για τη μεταπολίτευση, για τους νεώτερους χρόνους. Ξεκινήσαμε από ιστορίες ανθρώπων που καταδιώκτηκαν για τις ιδέες τους, από τους άλλους που έλαμψαν «παρόντες» στα κινήματα του 60, από την αντίσταση στη δικτατορία και τη γενιά του Πολυτεχνείου από τα δράματα της εξορίας των πολιτικώς διωχθέντων Ελλήνων, διαβάσαμε για Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης και της Μέσης Ανατολής, για αστούς με νευρώσεις αποτέλεσμα μιας εσωτερικής μετανάστευσης, για αδιέξοδα προσωπικά και πολιτικά φωτισμένων , και ύστερα… κάποια μελό για τους επαρχιώτες που βρέθηκαν ξαφνικά στην Ομόνοια, βλέπε «παράνοια»…του άστεως και του νεοελληνικού μας πολιτισμού.
Ότι ακριβώς έγινε στην επαρχία στο δεύτερο μισό του αιώνα που έφυγε, κανείς δεν τόλμησε να ιστορήσει να ξεδιπλώσει και να αντιμετωπίσει εν τέλει… Η αποδόμηση της Περιφέρειας πολιτισμική και ανθρωπολογική ήταν φυσικά η γενεσιουργός αιτία αυτής της υπόθεσης, που διαισθάνομαι ότι εσείς επιχειρείτε…
Με τις δυο ταχύτητες στο μυθιστόρημα, κι εσείς ένας αστός από το ..χωριό δεν μπορείτε να ξεφύγετε από την υπόθεση «ότι πρέπει το νήμα να το φτάσω μέχρι σήμερα..».Και καλά κάνετε.
Βρίσκω εντελώς Λατινοαμερικάνικο το τοπίο του χωριού που ιστορείτε στο πρώτο μισό του βιβλίου.
Δεν είναι μόνο το σκηνικό του. Η γεωγραφία του. Σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης του πρώτου μέρους είχα την αίσθηση ότι η Ισμήνη, είναι αγόρι, που της φορέσατε απλά κοριτσίστικο φουστάνι. Ένα πλάσμα με διφορούμενο φύλλο. Βρίσκω στη Θάλεια πολλά κοινά με την Ούρσουλα, μάννα των Αουρελιάννο Μπουενδία, στη Θάλεια, που είναι ταυτόχρονα και ένα πλάσμα εντελώς αναγνωρίσιμο για εκείνους που έχουν μεγάλη σχέση με την ύπαιθρο του ελληνικού Νότου. Με παραπέμπει ως χαρακτήρα στη «Μάννα Μεγάλη» του Χριστόφορου Μηλιώνη, αλλά με πάει πέρα από αυτήν. Ίσως γιατί ο Μηλιώνης κάνει ένα δραματικό μνημόσυνο στην Ηπειρώτισσα μάννα, ενώ εσείς κομματιάζετε την Μωραϊτισσα μάννα, που ζει μέσα στην παράκρουση του φύλου, «άνδρας και γυναίκα μαζί» που ενώ μπορεί, ποτέ δεν τολμά την υπέρβαση …
Η Ισμήνη που κυλιέται στα στρώματα με τα φαλλικά της σύμβολα, είναι στην ουσία ένας άνδρας… Ένας άντρας που ποτέ δεν ξόρκισε το γυναικείο πεπρωμένο και που φαντάζει στη μυθοπλασία σας σαν μικρή θεά, εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα και φέρουσα από την μητέρα της, αλλά και η γυναίκα εκ της οποίας ερρύη τα κρείττονα…
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι ένας μεταφυσικός ρεαλισμός, από την άποψη της αφήγησης, και της ατμόσφαιράς της… Τα ερωτικά δωμάτια με τα κρέπια και τον χαμηλό φωτισμό, οι άνδρες που σαν σκιές την τριγυρίζουν, η άνοια της γιαγιάς σε μονή που λέει όσα δεν μπορούν να πουν για την αλήθεια και το συμβολισμό της όλες οι γραφές που ξέρω, αλλά και η αποκάλυψη της ιστορίας για την αφετηρία του μύθου σας, αθωώνει και την Ελλάδα και την επαρχία και τους ήρωες. Και αφήνει πίσω μιαν ανάγκη για τη συνέχεια…
Βέβαια η λογοτεχνία δεν πρέπει να λυτρώνει… Πρέπει να αφήνεται στα αδιέξοδά της και στα ερωτήματά της. Αυτό που ο Μαρκές γράφει για παράδειγμα στον επίλογο της «Μοναξιάς του». «…Γενιές καταδικασμένες σε εκατό χρόνια μοναξιάς στη γη, δεν έχουν θέση στον πλανήτη…»
Έτσι ακριβώς μας λέτε κι εσείς… Και αν τον τελευταίο απόγονο των Μπουενδία τον έφαγαν οι τερμίτες, εσείς παραδίνετε την παραδοσιακή γενιά στους «τερμίτες» της Αλτσχάιμερ –(Θάλεια), και τη νεότερη (Ισμήνη) σε αυτούς της νεωτερικότητας… Προτιμώ την –τον- Ισμήνη του χωριού, παρά την επιτυχημένη δικηγορίνα, το αρπακτικό, που ζηλεύω για την τόλμη και τον ερωτισμό της, του δεύτερου μέρους. Και ξέρετε τι ζητώ; Η επαρχία και μαζί οι ήρωές της να ξαναγυρίσουν πίσω στον τόπο όχι στο χρόνο για να ανακαλύψουν τη μαγεία των συμπτώσεων να γεννηθούν εκεί που γεννήθηκε το νήμα της ιστορίας σας…
Ομολογώ ότι έχω πολλά ακόμα να σας γράψω για τους «Συνενόχους». Είναι ένα μυθιστόρημα που σε κάνει να χάνεσαι, να αναδύεσαι, τελικά να σηκτιρίζεις την τύχη που δεν το έγραψες εσύ η ίδια…
Ελένη Σκάβδη
Εκδότης / Δημοσιογράφος
Αμαλιάδα, 29 Ιουνίου 2005 (E-Mai
******************************
Οι ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ του Γιώργου Ξένου
ΟΙ ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ-Μυθιστόρημα
ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΝΟΣ
Εκδόσεις Μαϊστρος, 2007-11-22
Μια προσωπική ανάγνωση
Η Ιστορία…
Η ιστορία ξεκινά από το Περιστέρι, ένα μικρό ημιορεινό χωριό της Ηλείας, στο Δήμο Αμαλιάδας. Είναι το 1954, ένα χρόνο μετά τους σεισμούς της Ζακύνθου. Είναι εκείνα τα πέτρινα χρόνια, τα μετεμφυλιακά….
Είναι και ο φόβος που κατατρώει τα σωθικά από πολλαπλές πηγές εκπορευόμενος. Εν αρχή είναι το «θεϊκό σημάδι» στον ουρανό, είναι οι ακρίδες που έπεσαν στο χωριό, που αφανίσανε μέχρι και το ρετσίνι από τις πεύκες του παρακείμενου δάσους, τη χρονιά που οι γίδες έμειναν στέρφες, τα χωράφια χέρσα, χρονιά που χαθήκανε δυο παλικάρια κοντά είκοσι χρονώ, σαν να άνοιξε η γη και να τα κατάπιε, αφού δεν τα ξανάδε ποτέ κανείς, τότε που η Μαριό έκανε τρίδυμα, ένα παιδί και δυο κορίτσια, τα κορίτσια τυφλά και τ’ αγόρι με ένα πόδι. Όσα κορίτσια την ίδια χρονιά τόλμησαν να απομακρυνθούν από το χωριό, βρεθήκανε βιασμένα και ημιλυπόθυμα…
Εκείνη τη χρονιά βρέθηκε γκρεμοτσακισμένος κι ένας νεαρός βοσκός, σε μια βαθειά ρεματιά του δάσους…
Οι Περιστεριώτες ψάχνουν τρόπο να ξορκίσουν το κακό. Οι μισοί επιστρατεύουν την αγιοσύνη και τον παπά Γιώργη, κι οι άλλοι μισοί, τη μάγισσα Σαράχ που εγκαθίσταται στο χωριό και φτιάχνει τα μαγικά της… Μετά από μέρες αυτοσυγκέντρωσης βγάζει η Σαράχ το χρησμό…
Κι όλα έγιναν όπως τα θέλησε η μάγισσα…Και τα μάγια λυθήκανε και το χωριό ξαναγύρισε στην κανονικότητά του, με τη χωροφυλακή διαρκώς παρούσα ακόμα, και τους μισούς από τους νέους του χωριού να παίρνουν των ομματιών τους για Αυστραλία, Γερμανία, Αμερική, μερικοί δεν θα ξαναγύριζαν ποτέ… Η μετανάστευση των Ελλήνων στο φόρτε της εκείνη την εποχή, που ερήμωσε χωριά και ύπαιθρο οριστικά και αμετάκλητα.
Έτσι ξεκινά το μυθιστόρημα. Μια πυκνή αλληλουχία συμβάντων και εικόνων, βαραίνει τη μικρή κοινότητα. Βαραίνει μαζί και τους ανθρώπους της. Τη Θάλεια Σούρπη μια γυναίκα κοντά 50 χρονών, γυναίκα του Ισίδωρου, μάννα της 15χρονης Βαγγελιώς ή Εύας, που ο άντρας της ήταν ο βοσκός που βρέθηκε τσακισμένος στο γκρεμό, από άγνωστη αιτία, εκείνες τις μέρες του κακού. Μικροπαντρεμένη με το ζόρι η Εύα, ανήμερα της Αγίας Αικατερίνης του 1954, γεννάει το μοναδικό της παιδί. Τι μανούβρες της γέννας επιχειρεί η μαμή του χωριού…
Το κορίτσι που γεννιέται είναι η Ισμήνη, ή Σμινιό. Που μεγαλώνει κοντά στη γιαγιά, τη Θάλεια, αφού η μάνα της η Εύα, ένα πανέμορφο πλάσμα, ξεπορτίζει διαρκώς. Με ένα σαραβαλάκι αυτοκίνητο κατεβαίνει κάθε μέρα στη διπλανή πόλη, την Αμαλιάδα αφοσιωμένη σε ερωτοδουλειές. Η Σμινιώ ορφανή από πατέρα, με μια μάννα διαρκώς απούσα, που από ένα χρονικό σημείο φεύγει για άγνωστο προορισμό…
Και η Ισμήνη μένει να μεγαλώνει σαν αγρίμι του δάσους. Το δάσος του Περιστεριού είναι η καταφυγή, ο παράδεισός της, ένα θεσπέσιος κήπος στον οποίον βιώνει όλες τις μεγάλες στιγμές της εφηβείας. Από εκεί λες πώς αρχίζουν κι εκεί τελειώνουν όλα…για τη Σμινιώ..
(Το δάσος, μεγάλο μέρος του οποίου κάηκε φέτος στις φωτιές του Αυγούστου).
Στο πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος ο συγγραφέας συμπυκνώνει με εξαιρετικό τρόπο, τη «Γένεση» του κόσμου του … Ένας κόσμος σκληρός, υπερβολικά φοβισμένος, κόσμος ριζωμένος σε φυσικό περιβάλλον, λουσμένος στη μαγεία των φωτοσκιάσεών του δάσους, που μεταδίδει στους ανθρώπους μεταφυσικές βεβαιότητες και τους μαθαίνει να επιβιώνουν σε μετέωρες ισορροπίες… Κόσμος περιβεβλημένος από γη και ύδωρ, μαγεία και πραγματικότητα, ένοχα μυστικά και κυρίως τολμηρά και ανομολόγητα όνειρα. Σε αυτό το σκληρό τοπίο του ελληνικού Νότου, που οι άνθρωποι δουλεύουν όλη μέρα στα χωράφια και στα κτήματα με τα ζωντόβολα, τα μαρτίνια και τα κοτερά τους, παρά την αταξία, υπάρχει μια «σειρά» που τρέφει το μύθο. Την καθορίζουν τα γνωστά και αυστηρά στερεότυπα της ελληνικής υπαίθρου. Γυναίκες-που γίνονται άνδρες στη δουλειά, υποτακτικές στο ρόλο-ρόλους που τους έχουν ανατεθεί, άνδρες κουρασμένοι και καταθλιπτικοί, άντρες αφέντες, σε δεύτερο πλάνο πάντα, πίσω από τις κυρίαρχες ηρωϊδες, παιδιά και τσούπες… Παπάδες, με αποστολή τη «σωτηρία» της ψυχής των αμαρτωλών, «σαλεμένοι», κουτσομπόλες, χωροφύλακες… Ένας κόσμος που υπηρετεί την παράδοση, μυείται στα δρώμενά της, ακόμα και αν αμφισβητεί τα ελέη τους, κόσμος που πιστεύει τόσο στους Θεούς όσο και στους δαίμονες… Ένα στοιχείο μόνο δείχνει να συνέχει την μικρή κοινωνία, αυτό που αφορά τη θέση του απέναντι στην εξουσία της χωροφυλακής που κάνει πυκνές εφόδους στο χωριό.
Στη βάση του σκηνικού η ερωτική ιστορία της Εύας και του Πριονά, ενός εισαγγελέα που υπηρετεί στην πόλη, 15 χιλιόμετρα μακριά. Καρπός του έρωτα η Ισμήνη, η οποία όμως θεωρεί πατέρα της τον νεκρό βοσκό, σύζυγο της Εύας με παπά και κουμπάρο. Στην περιπλοκή αυτής της υπόθεσης, που περιλαμβάνει και μια δολοφονία, ο Γιώργος Ξένος δομεί το μυθιστόρημά του. Η ιστορία από μόνη της τροφοδοτεί την εξέλιξη, δεν είναι όμως αυτή που κάνει την ανάγνωση γοητευτική. Ο συγγραφέας άλλωστε ομολογεί δημόσια, πως η υπόθεση δεν τον ενδιαφέρει, απλά τον βοηθά να εξελίξει τη γραφή. Οι ήρωες έχουν σημασία, γι’ αυτόν, που οδηγούν από μόνοι τους την έκβαση του μύθου. Για την ηρωίδα του άλλωστε μου έγραψε τα παρακάτω:
"Η Ισμήνη, η πρωταγωνίστρια του έργου, με την εύφλεκτη αγκαλιά της και τις υπαρξιακές ανατροπές της, δεν είναι παρά ένα «πειραματικό Εγώ», φυλακισμένο σε μια ατέρμονη καθημερινότητα, που παρόλο που ζει και σκοντάφτει σʼ ένα σκοτάδι γεμάτο εμπόδια από το παρόν και το παρελθόν, διασώζεται σκεπτόμενη πως, όσο υπάρχει το «Εμείς», ο θάνατος δεν πλησιάζει."
Στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος ο συγγραφέας ακολουθεί την Ισμήνη στην ενήλικη ζωή της στην Αθήνα. Είναι μια από τις πιο διάσημες δικηγόρους της πρωτεύουσας, έχει κάνει ζηλευτή καριέρα, και μαζί χρήματα. Το χωριό μένει πίσω. Εκεί έχει απομείνει η γιαγιά Θάλεια, που θα καταφύγει στο γειτονικό μοναστήρι της Ανάληψης, όταν γεράσει, ανοϊκή πια. Και η Εύα, η μητέρα της Ισμήνης, βρίσκεται στις Βρυξέλες παντρεμένη με πλούσιο επιχειρηματία. Η Ισμήνη, έχει προλάβει να παντρευτεί κι αυτή και να πάρει διαζύγιο…
Ο συγγραφέας πριν μας παραδώσει την ηρωϊδα του χειραφετημένη και πετυχημένη Δικηγόρο, την περνά αριστουργηματικά-συμβολικά από το στάδιο συνειδητοποίησης του φύλου… Είναι ένα απόσπασμα από τα πιο ενδιαφέροντα του μυθιστορήματος, που με την παράθεσή του αλλάζει εντελώς την ατμόσφαιρα, για την ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζεται στο εξής, σε ένα εσώτερο πεδίο, η ηρωϊδα. «Η πρώτη αγάπη της Ισμήνης –γράφει-είχε δυο κίτρινες φολίδες στο κεφάλι και ένα σωρό μικροσκοπικά σημαδάκια στη ράχη…»
Το ξένοιαστο και απαλλαγμένο νευρώσεων αγρίμι του χωριού, είναι ήδη μια γυναίκα μόνη, που θέλει να κατακτήσει τα πάντα… Μεταμορφωμένη σε «άντρα» της ζωής της, μοιάζει στερημένη παρά το χλιδάτο των κατακτήσεών της. Μέχρι τη στιγμή που αποφασίζει την επιστροφή… Με παλίνδρομη διάθεση ξεκινά για το χωριό, σαν ένα ταξίδι αναψυχής παρά νοσταλγίας. Δείχνει ότι δεν θέλει να θυμάται…Διχασμένη, «στραπατσαρισμένη» την χαρακτηρίζει ο συγγραφέας , και ταυτόχρονα ρωμαλέα, αστραφτερή, απρόβλεπτη…
Στο τρένο για το ταξίδι της επιστροφής απολαμβάνει το «δρόμο» ξεκινώντας κατ’ αρχήν από τη γεωγραφία…
Στο τρένο θα γνωρίσει τον Αχιλλέα…. Τον «από μηχανής Θεό» του μυθιστορήματος, ένα σωτήρα σχεδόν και για την Ισμήνη και για τη λύση. Ο Αχιλλέας γίνεται το λιμάνι της, ο παράφορος έρωτας, εισαγγελέας όπως και ο Πριονάς, που συμπωματικά γνωρίζει λεπτομέρειες για τα «αστυνομικής υφής» παρελθόντα του βίου της… Στην λεωφόρο Όθωνος Αμαλίας της Αμαλιάδας, σε ένα σπίτι θα συναντηθούν…
Οι χαρακτήρες της ιστορίας εκπροσωπούν αρχετυπικά σχεδόν μοτίβα της ελληνικής κοινωνικής ζωής και της διαδρομής της-διαδρομών που έγιναν τα τελευταία 50 χρόνια… Ήρωες που ζουν στο χωριό το μαγικό ρεαλισμό παράλληλα με τους αυστηρούς κανόνες που πρέπει να διέπουν το βίο, στο πολιτικό και ηθικό πεδίο, ιδιαιτέρως όσον αφορά τα θηλυκά. Ήρωες εξελισσόμενοι, μεταφερόμενοι εκτός «σκηνής» από το χωριό στην πόλη, και από εκεί στην πρωτεύουσα, οι οποίοι υποσκάπτονται από τον συγγραφέα, αφήνονται να εμπλακούν στα γρανάζια της μοίρας και των νατουραλιστικών διαθέσεών του. Υπάρχει διαρκώς στο μυθιστόρημα ένας ανοιχτός δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ του πραγματικού και του αλλόκοτου, του παρελθόντος και του παρόντος, υπάρχουν αναδρομές, που οδηγούν σε ανατροπές από τις βεβαιότητες για τα πρόσωπα και τους ήρωες.. Όλα αυτά στην ράχη της ηρωϊδας Ισμήνης, που μοιάζει να μεταμορφώνεται διαρκώς.
Ο Γιώργος Ξένος δομεί το μύθο του πάνω σε ένα τρίσημο σύμβολο: Θάλεια-Εύα-Ισμήνη. Τρεις γυναίκες που διαπλέκονται ως φιγούρες πάσχουσες, η κάθε μια σύμβολο της εποχής της, με τις ιεραρχήσεις και τις αξίες της. Είναι η βάση της αφήγησής του, ο ρόλος της γυναίκας, έτσι όπως τον ξέρουμε να αλλάζει από μάνα σε κόρη. Εν αρχή η γιαγιά Θάλεια, που μισεί τα θηλυκά και τη μοίρα τους, μια φιγούρα που νομίζεις πως δραπετεύει από τις σελίδες του Παπαδιαμάντη. Η Μωραϊτισσα κυρά και μάννα, που υπομένει όμως γιατί πρέπει να βγάλει πέρα τη ζωή που της ανατέθηκε… Που καταλήγει ανοϊκή σε μοναστήρι…έχοντας απωλέσει και μνήμη και ταυτότητα.
Ακολουθεί η κόρη της Εύα που δρομολογεί τη ζωή της στα πρότυπα της μάνας, επειδή όμως δεν αντέχει τολμά την επανάσταση και ξεφεύγει… «Ο άνδρας της την έδερνε κι ας ήταν 6 μηνών έγκυος…» Το τίμημ της φυγής της σκληρό, η στέρηση της μονάκριβής της. Στη απόληξη αυτής της συνέχειας η Ισμήνη. Ένα πλάσμα χωρίς φύλο σχεδόν, μέχρι που αποφασίζει να επιστρέψει εκεί που ξεκίνησε, στο πατρικό, στα πατρογονικά.
Η ανατομία της ενδιαφέρουσα για το μοντέλο γυναίκας που γεννά ο συγγραφέας. Παραδομένη στο ένστικτο και την επιθυμία, οργανώνει μια απόκρυφη ζωή για να ανακαλύψει τα όριά της, κυλιέται στη χλόη και στα στρώματα με φαλλικά σύμβολα, ένας θηλυκός άντρας, και μαζί μια μικρή θεά, εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα αλλά και γυναίκα εκ της οποίας ερρύη τα κρείτονα.
Ο Γιώργος Ξένος συνέλαβε με τους ΣΥΝΕΝΟΧΟΥΣ ένα εντελώς δικό του σχήμα κατανόησης της ανθρώπινης κατάστασης, έγκυρο και ειλικρινές, βιωμένο δηλαδή, από την ελληνική πραγματικότητα.
Και μας έδωσε ένα πολύσημο μυθιστόρημα. Που κατά την δική μου εκτίμηση διαθέτει όλα τα μέσα μιας δημόσιας εξομολόγησης, την οποία επιχειρεί η γραφή για να ξορκίσει αυτά που τραυματίζουν είτε ως ενοχή είτε σαν στέρηση..
Με τον συγγραφέα γνωρίστηκα μέσω της γραφής, ιδιαίτερα δε μέσα από το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα. Διάβασα τους Συνένοχους από το δοκίμιο ακόμα, που αποτέλεσε για μένα μια ενδιαφέρουσα έκπληξη. Αναγνώρισα στην αφήγηση τον τόπο, αλλά και τα πρόσωπα των ηρώων-γυναικών πάνω στις οποίες έστησε το έργο του. Και φυσικά αναζητώντας το ιδεολόγημά του, κατέληξα στην άποψη ότι ο Ξένος, πρωτίστως ενδιαφέρεται για ένα τόπο, ου-τόπο, για την ουτοπία, ένα τοπίο μυστικό- στο οποίο μπορούν να χωρέσουν και τα ιερά και όσια και τα βέβηλα και τα παράδοξα… Όλα μαζί, διαπλεκόμενα με αλήθειες και ψέματα και κοινό παρανομαστή μιαν αυταπάτη... Η αιωνιότητα που πρέπει να κερδίσουμε, στις προθέσεις του, δια της βαθύτερης θέασης του έσω κόσμου, που μπορεί να είναι κοινός και συλλογικός, διαθέτοντας παράλληλα και μια μοναδική αυτονομία…
Η Ισμήνη, η απόληξη της γυναικείας αλυσίδας που οργανώνει στο μυθιστόρημα, είναι ένα πλάσμα μοναδικό που βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση. Στο νου της μια διαρκής ροή σκέψης, εικόνων και μνήμης που αναζητούν τρόπο να εκφραστούν. Χαρακτηρίζουν με μεγάλη σαφήνεια τον πόθο της αναζήτησης της ανάγκης για επιστροφή σε κάποιον χαμένο παράδεισο. Δεν ξέρω αν τον βρίσκει, το μυθιστόρημα δίνει τις συμβολικές απαντήσεις του, η ερμηνεία επαφίεται στην εκτίμηση του κάθε αναγνώστη ξεχωριστά.
Εκείνο που μπορώ με σαφήνεια να διατυπώσω για την ηρωϊδα, είναι ότι η Ισμήνη είναι μια πολίτης του συγχρόνου κόσμου, με καταπιεσμένες μνήμες. Γιατί οι γυναίκες από τις οποίες προέρχεται της έμαθαν ότι παράλληλα με τους περιορισμούς που έθεταν οι κανόνες του χωριού στο τι ένα θηλυκό επιτρέπεται να τολμήσει, έθεσαν και παρόμοια όρια στο τι δικαιούται να σκέφτεται…
Δεν αποτολμώ να «ψυχαναλύσω» τους ήρωες, έστω κι αν όλοι γνωρίζουμε ότι η ψυχανάλυση παραμένει για την προσέγγιση της λογοτεχνίας ένα από τα κυρίαρχα ερμηνευτικά όργανα. Και η γραφή του Ξένου μας δίνει «χέρι» για μια τέτοια απόπειρα, αφού στο έργο ψυχογραφεί διαρκώς τις τρεις γυναίκες του. Αφήγηση γεμάτη όνειρα, σύμβολα, μαγεία, ερωτισμό, όλη σχεδόν τη φροϋδική θεματολογία…
Κατά βάθος, αυτή η καταπιεσμένη μνήμη είναι η πηγή των νευρώσεών μας. Το πώς θα θεραπευθούμε είναι δουλειά της ψυχανάλυσης ίσως, μπορεί και της λογοτεχνίας. Το συμπέρασμά μου από τους Συνένοχους, ρευστό μεν, αισιόδοξο δε. Τίποτα από το παρελθόν δεν είναι παλιό, αν δεν έχει πεθάνει μέσα μας. Και τίποτε από το παρόν δεν είναι νέο, αν δεν το έχουμε καταλάβει και αποδεχθεί…ως αναγκαίο για τη συνέχεια.
Και η συνέχεια είναι το διηνεκές, χωρίς όρια στην τόλμη του να ζεις και ν’ αγαπάς για να μαθαίνεις… Η Ισμήνη θεραπεύεται με τον έρωτα και με την τόλμη της να επιστρέψει εκεί που απέθεσε το τραύμα… Η Εύα, θεραπεύτηκε νωρίς, επειδή τόλμησε την φυγή στην ελευθερία, πληρώνοντας ακριβό τίμημα. Εκείνη που δεν τα κατάφερε, είναι η Θάλεια, που παρέμεινε πιστή στη σύμβαση του ρόλου σε όλη της τη σκληρή ζωή… Η Θάλεια της άνοιας, που κλεισμένη στο Μοναστήρι, δεν θυμάται πια, δεν αγαπά, και δεν λυπάται… άρα δεν έχει πια θέση και ρόλο….
Ελένη Σκάβδη
*****************************
Ευη Πάλλα-Χρονοπούλου/Εκπαιδευτικός
Το λογοτεχνικό έργο του Γ. Ξένου «Οι Συνένοχοι», είναι ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα που δημιουργεί το κλίμα για προσωπικές αναζητήσεις, για τούτο και καταβροχθίζεται με λαχτάρα. Είναι ένα έργο γραμμένο με τον πλούτο της καρδιάς του δημιουργού, ένα έργο αξιέπαινης συγγραφικής ευαισθησίας.
Οι κεντρικοί ήρωες είναι απόλυτα προσδιορισμένοι, σμιλευμένοι στο εργαστήρι της ζωής, τραγικοί και συχνά ανασφαλείς, κάποτε έρμαια της σαγήνης πρωτόγονων ενστίκτων κι άλλοτε με εκρήξεις σε μια προσπάθεια δραπέτευσης από κάποιον αδυσώπητο κλοιό. Οι παράλληλοι ήρωες εμφαντικοί των κεντρικών, ξεφυτρώνουν από το πουθενά, εκπλήσσοντας. Αυτή η αναπάντεχη εναλλαγή των εικόνων και των δρώμενων, διατηρεί ζωντανό το ενδιαφέρον, μαγνητίζει τον αναγνώστη, τον κρατά καθηλωμένο, καθιστώντας τον συμμέτοχο στην πλοκή του έργου.
Η Θάλεια, μια βασική ηρωϊδα, είναι η αιώνια μάνα της υπαίθρου, η τραγική μάνα…! Είναι ένα σύμβολο αναπαραγωγής των προκαταλήψεων του παρελθόντος και των άγονων στερεότυπων μιας αμφιλεγόμενης κοινωνικής πρακτικής.
Η Ισμήνη εξ άλλου, η εγγονή της, -η κύρια ηρωϊδα- ένας σύγχρονος άνθρωπος που νιώθει πως πατά σ’ ένα σαθρό παρελθόν, ακολουθεί την εποχή της άλλοτε παθιασμένη για μια επαγγελματική καταξίωση, άλλοτε μπλεγμένη στα δίχτυα ψυχοφθόρων αμφιβολιών, άλλοτε δέκτης εφήμερων απολαύσεων κι άλλοτε εγκλωβισμένη σε μια αδυσώπητη μοναξιά. Η αποξένωση από τον ίδιο της τον εαυτό, είναι το μοιραίο της τίμημα: η τραγική αποξένωση που μεταλλάσει το έργο του συγγραφέα σ’ ένα βαθύτατα υπαρξιακό μυθιστόρημα, ένα ψυχογράφημα μιας κοινωνίας που αποζητά απεγνωσμένα τη στερημένη της ευτυχία ως μοναδικό τεκμήριο επιβίωσης, χωρίς ποτέ να καταφέρνει να την αισθανθεί ή να την πλησιάσει.
Είναι ένα έργο με στέρεη δομή και ενδιαφέρουσα πλοκή, με μια γλώσσα ρέουσα, καθημερινή, επικοινωνιακή. Η αφήγησή του είναι γλαφυρή, εν μέρει ταξιδιωτική: αλλού μακροσκελείς περίοδοι – έκφραση της ταχείας εξέλιξης των γεγονότων-, αλλού κοφτές προτάσεις που διαβάζονται απνευστί, αλλού αργοί βηματισμοί και ανεβάσματα αισθητικής κλίμακας προς την κορύφωση, κι ύστερα σιωπές…! για να αφήνεται η φαντασία του αναγνώστη να αναζητεί τις δικές της νοητικές προεκτάσεις….!
Όλα τα παραπάνω είναι αριστοτεχνικά χρησιμοποιημένα και τοποθετημένα για να αναδεικνύουν το πολύπτυχο της ανθρώπινης προσωπικότητας, (τις ανάγκες, τα αισθήματα, τα ταμπού, τις εμμονές). Να επισημαίνουν το ρόλο των προκαταλήψεων στη διαμόρφωση μιας ακινησίας ιδεών που εντέλει επιβάλλεται στις μικρές κοινωνίες της Ελληνικής επαρχίας, της επιβαρυμένης, εκτός των άλλων ελλείψεων, κι από τα πάθη του εμφύλιου κι απ’ τους θρύλους, που ίσως ακόμα δεν έχουν ξεπεραστεί.
Από πλευράς παρουσίασης με την οποία ξεδιπλώνεται αυτό το ξεχωριστό έργο του Γιώργου Ξένου, το χάρισμα της κινηματογραφικής προσέγγισης των χώρων και των δράσεων, των στάσεων και των αξιών, είναι ομολογουμένως συναρπαστικό. Γι’ αυτό ζηλεύω, πράγματι, το ομολογώ. Ανασάλεψα μέσα μου την αναπαράσταση του «πολύτοπου» του Ξενάκη, με την ανθρώπινη κινητικότητα, τα στερεότυπα, τα πάθη και την αναζήτηση της λύτρωσης ως ιχνογραφία ελπίδας ζωής.
Εύη Πάλλα-Χρονοπούλου
*************************************
Για το μυθιστόρημα «Οι συνένοχοι»
«Αγαπητέ κύριε Ξένο,
….Eχετε ιδιαίτερο ταλέντο κάτι που δεν βλέπουμε συχνά. ….Η πλοκή του έργου σας και η γραφή σας γενικά είναι υψηλού επιπέδου!..»
Γλυκερία Δημητροπούλου
Υπεύθυνη εκδόσεων
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ
9 Ιουνίου 2005 (E-Mail)
**********************************
Για το μυθιστόρημα «Οι συνένοχοι»
Αγαπητέ κ. Ξένο,
«…μια δομή και διαδρομή σαν της αρχαίας τραγωδίας….Η ιστορία του έργου κάθε άλλο παρά απλοϊκά μας ξετυλίγεται, μας σοκάρει, μας προβληματίζει με έναν αριστοτεχνικό τρόπο…..Όλοι οι ήρωες, πρωταγωνιστές και μη, κερδίζουν τη συμπάθειά μας. Μέσα από έναν πλούτο λεξιλογίου…ανυπομονεί ο αναγνώστης να μάθει όλα τα μυστικά και να συμπληρώσει το πάζλ…..Η προσέγγιση του συγγραφέα τιμά τον αναγνώστη, σαν κοινωνό του σπουδαίου αυτού έργου….
…Περιμένω με αγωνία την αναμφισβήτητη εκδοτική του πορεία καθώς και επόμενα έργα σας. ….είμαι σίγουρη πως σύντομα θα πάρει τη θέση που του ανήκει στην Ελληνική μυθιστοριογραφία και όχι μόνο.
Έχετε το δικό σας τρόπο να διηγείστε και μας αφορά όλους!
Αντωνία Σταθακοπούλου / Ηθοποιός
Διευθύντρια ΚΔΑΠ Αμαλιάδας
Αμαλιάδα, 25/6/2005 (Χειρόγραφο)
***************************************
Για το μυθιστόρημα «Οι συνένοχοι»
Στο μυθιστόρημα οι «Συνένοχοι» ο συγγραφέας καταγράφει με την εντυπωσιακή οξυδέρκεια του μυαλού του και την απαράμιλλη ευθύτητα του χαρακτήρα του, τη βαθιά κοινωνική κρίση που μαστίζει την Ηλεία διαχρονικά.
Πλούσια λογοτεχνική διάρθρωση του κειμένου του, σε συνδυασμό με τη φαντασία του δημιουργού, βάζουν βαθιά το μαχαίρι σε φαινόμενα σήψης και προσβολής στους ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
….το έργο του, πηγή για προβληματισμό, μπορεί ν’ αποτελέσει βάλσαμο και εν συνεχεία εφαλτήριο για ανάταση στους ηθικής υπόστασης του ανθρώπου. Προϋπόθεση στους θα είναι πάντοτε η προσωπική και συλλογική προσπάθεια.
Το ύφος του είναι γλαφυρό, όχι απέριττο και αυστηρό, θα έλεγα ανεκτικό, σχετικά με τη συνταρακτικότητα των γεγονότων που περιγράφει. Δεν αλλοιώνει στους καθόλου την ανθρωποκεντρική διάσταση στους.
Το διάβασα δυο φορές. Την πρώτη για να τον γνωρίσω περισσότερο. Την δεύτερη να περπατήσω σ’ ένα ακόμη σκοτεινό μονοπάτι που οδηγεί στο φως, πολύ φως, ένα φως που φαίνεται δύσκολα με κλειστάνοιχτα τα μάτια. Φαίνεται στους πεντακάθαρα με ανοιχτά, φωτεινά ανθρώπινα μυαλά.
Μήπως κάπως έτσι δεν ξεκινάει και μια ζωή απ’ το σκοτάδι στο φως που εναλλάσσεται διαρκώς;
….εύχομαι στους «συνενόχους» να περπατήσουν, να φωτίσουν, να χάσουν, να κερδίσουν, να δημιουργήσουν, να αγαπηθούν και να ζήσουν.
Ανδρέας Λυκοκανέλος
Αναγνώστης
Αθήνα, 12 Ιουλίου 2005 (Χειρόγραφο)
***********************************
Για το μυθιστόρημα «Οι συνένοχοι»
Τι μου άρεσε και τι όχι (προσωπική άποψη)
Το θέμα υπέροχο, ανθρώπινο με ευαισθησία και ρεαλισμό. Η ιστορία έχει κάτι από όλους μας. Περιγράφεις πολύ ωραία τα συναισθήματα και τη νοοτροπία των ανθρώπων και έχεις πολύ πλησιάσει την ψυχοσύνθεση της γυναίκας, παρότι είσαι άντρας (έμφυτη ικανότητα ή προσωπική εμπειρία με πολλές γυναίκες;).
Το πρώτο μέρος του έργου έχει πολλές άγνωστες λέξεις (όταν το διάβαζα είχα και το λεξικό δίπλα μου). Αυτό με αποσπούσε από τη ροή των γεγονότων. Η περιγραφή της φύσης ήταν μεν υπέροχη, αλλά σε μεγάλη έκταση δε, που εμένα με κουράσει. Η εξέλιξη αργή, χωρίς ενδιαφέρον.
Στο δεύτερο μέρος άλλαξαν όλα. Η εξέλιξη ήταν γρήγορη και ενδιαφέρουσα, είχε αγωνία και με κρατούσε καθηλωμένη. Το διάβασα απνευστί. Πραγματικά με μάγεψε. Εύκολα νοήματα, κατανοητά, βαθιά και προσεγμένα. Ό,τι καλύτερο για μένα.
Μια ιστορία βαθιά, ανθρώπινη, με χαρακτήρες ανθρώπων συντηρητικών και παραδοσιακών, λόγω εποχής, και ένα νέο κορίτσι που ξεκινά τη ζωή της μέσα σε ένα κλίμα ασφυκτικό και καταπιεστικό. Η ηρωίδα αγαπιέται από τους δικούς της ανθρώπους, αλλά όχι από αυτούς που θα ήθελε. Δύσκολα χρόνια. Ο συγγραφέας καταγράφει με ρεαλισμό και ρομαντισμό συγχρόνως τους χαρακτήρες των ανθρώπων εκείνης της εποχής, αλλά και τη διαφορετικότητα της νέας γενιάς που θα ακολουθήσει, έχοντας ως ηρωίδα του την Ισμήνη. Η Ισμήνη θα βιώσει γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της, θα νιώσει συναισθήματα αγάπης, μίσους, απόρριψης, αποδοχής και όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω της καταγράφονται στην καρδιά και στο μυαλό της. Ενήλικη, θα «πετάξει» με το βαρύ αυτό φορτίο, κουβαλώντας το στην εξέλιξη της ζωής της.
Ο συγγραφέας με πολύ έξυπνο τρόπο, δεν καταθέτει στον αναγνώστη τις διεργασίες που γίνονται στο μυαλό και την ψυχή της Ισμήνης στα επόμενα χρόνια της ζωής της, αλλά τον οδηγεί στη φαντασία και την αναζήτηση, μέσα από την περιγραφή των γεγονότων και των πράξεων της ηρωίδας. Η πορεία της ζωής της ανοδική, αξιόλογη. Θα ζήσει πολλά. Και αργότερα ώριμη πια, θα ανοίξει την αγκαλιά της στον τόπο που φιλοξένησε τα παιδικά της χρόνια και με την συγχώρεση στην καρδιά, θα γαληνέψει τα επόμενα χρόνια της ζωής της.
Συγχαρητήρια
Με εκτίμηση και πολλές ευχές για το μέλλον
Αναστασία Ραυτοπούλου-Λυκοκανέλου
Email 3/8/2005
*******************************************
Με τους «Συνενόχους» πραγματοποιείς ένα συναρπαστικό ταξίδι από τα «Πέτρινα –εκείνα- χρόνια» στη σημερινή πραγματικότητα , όπου με περισσή ευαισθησία και ρεαλισμό, με πλούσιο λεξιλόγιο και άρωμα ανθρωπιάς αναδύονται κοινωνικά και υπαρξιακά ζητήματα που σε κρατούν καθηλωμένο .
Η ιδιαίτερη λογοτεχνική διάρθρωση, πλοκή και γραφή - ταλέντο τελικά του συγγραφέα- σε συνδυασμό με την ικανότητα του να ξετυλίξει πολλές από τις παραμέτρους της ψυχοσύνθεσης της γυναικείας υπόστασης προσδίδει ποιότητα και αξία.
Γ. Γεωργακής/Καθηγητής
E mail: 29/8/2005
***************************************
Διαβάζω το βιβλίο σας « Οι συνένοχοι» και βυθίζομαι στο χτες , περπατώντας σε γνώριμα μονοπάτια, έχοντας στο νου μου μόνο ένα φευγαλέο άρωμα από κείνες τις δύσκολες εποχές –που δεν είναι πολύ μακριά. Με ρίζες από το Περιστέρι ( Μπεσερέ – χωριό της γιαγιάς μου ) και την Αμαλιάδα , είμαι επηρεασμένη, γοητευμένη από τη μαγεία που ασκεί ο λόγος σας πάνω μου και η πλούσια γλωσσική χρήση ξεχασμένων λέξεων που επιτυγχάνουν λεπτομερή περιγραφή της φύσης , απλών αντικειμένων που αποκτούν μιαν άλλη διάσταση, συναισθημάτων που βρίσκουν έκφραση και αδήλωτων προβληματισμών που έρχονται επιτέλους στο φως.
Εντυπωσιάζομαι από τη γνώση της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, νοοτροπίας, διάθεσης , υπαρξιακής αναζήτησης ,
επιβίωσης, χοροχρονικής προοπτικής …
Ένα μυθιστόρημα συμπτώσεων που εύκολα σκαρώνει η ζωή και παρουσιάζεται μ’ έναν εξαιρετικό τρόπο προσέγγισης , παίζοντας σε πολλαπλά επίπεδα, δημιουργώντας ποικίλα συναισθήματα , ξεθάβοντας χαμένα μηνύματα και κώδικες που μυρίζουν νοσταλγία για το χρόνο που χάθηκε , για τη ζωή που χάνεται και που στο τέλος σου δίνει την κάθαρση και σε αφήνει να νιώσεις και εσύ ο ρομαντικός ή ο ρεαλιστής αναγνώστης τη γλυκόπικρη γεύση της ελπίδας και του ονείρου…
Ανδριάνα Πουρνάρα/Καθηγήτρια
E mail:29/8/2005
**********************************
Προχώρα βγάλτο. Το διάβασα. Ωραίο!
Μίμης Ανδρουλάκη
E mail: 5/11/2005
************************************
John Laliotis
Αγαπητέ Κύριε Γιώργο,
μόλις τελείωσα το διάβασμα των 'Συνενοχών' και η γνώμη και οι εντυπώσεις μου οσοναφορα το βιβλίο έχουν ως εξής:
Στο πρώτο μέρος η αφήγηση είναι πραγματικά πολύ καλή, οι εικόνες πολύ καλά ζωντανές και στημένες, η εξέλιξη γρήγορη και συνεχής, η ιστορία ενδιαφέρουσα και η εποχή που διαδραματίζεται έχει μια γοητεία και μια νοσταλγία που ταξιδεύει τον αναγνώστη, ιδιαίτερα αν αυτός ανήκει στη νέα γενιά, σε μια εποχή που ποτέ δεν έζησε ο ίδιος, αλλά την έζησαν άνθρωποι κοντινοί του. Αυτό που κεντρίζει το ενδιαφέρον είναι η καθημερινότητα της προηγουμένης γενιάς, τον γονιών μας, καθώς και η διάπλαση των χαρακτήρων και των γεγονότων που γίνεται με τρόπο πολύ καλό και δουλεμένο ώστε να μας εισάγει στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος. Ήταν πολύ καλή η ιδέα να χωριστεί η ιστορία σε 2 μέρη οπού το πρώτο δεν είναι απλά μια εισαγωγή για το δεύτερο, είναι ταυτόχρονα και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία με ήρωες από προηγούμενες δεκαετίες. Το γεγονός πως διαδραματίζεται στα μέρη που ζούμε είναι ένα ακόμα στοιχείο που αν μη τι άλλο, τραβάει την προσοχή, εξάπτει την περιέργεια και κάνει τις εικόνες πιο ζωντανές, αληθινές και οικείες. Τουλάχιστον σε μένα και στο αναγνωστικό κοινό της περιοχής μας.
Στο δεύτερο μέρος συναντάμε την ηρωίδα του πρώτου, που έχει πια μεγαλώσει και την ακολουθούμε στις συναισθηματικές διακυμάνσεις και περιπέτειες, άρρηκτα συνδεδεμένες με τα γεγονότα και τις εμπειρίες που έζησε ως μικρή στο πρώτο μέρος. Εξωτερικά, είναι μια γυναικά με χαρακτηριστικά που όλοι λίγο πολύ θα ζήλευαν. Όμορφη, μορφωμένη, γνωστή, επιτυχημένη. Εσωτερικά όμως είναι ανήσυχη και ο χαρακτήρας της έχει πλαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε στις σκέψεις τις, τις εμπειρίες τις, τις ιδέες της και τις αγωνίες της να μπορεί εύκολα κάποιος να βρει κάτι αντίστοιχο δικό του και να ταυτιστεί μαζί της. Αυτό έχει μεγάλη σημασία μιας και η σύνθεση και η ταλάντωση της συναισθηματικής της κατάστασης προσφέρονται ώστε σε πολλά μέρη του δευτέρου μέρους να μπορέσει ο αναγνώστης να βρει κοινά στοιχειά με την ηρωιδα. Με μια φράση, η Ισμήνη είναι ταυτόχρονα ένας άνθρωπος πρότυπο κι ένας άνθρωπος αντιπροσωπευτικός της σύγχρονης κοινωνίας. Πρότυπο λόγω της επαγγελματικής και κοινωνικής της θέσης, αντιπροσωπευτική λόγω των εσωτερικών της ανησυχιών που κουβαλά και που σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό έχουν πολλά κοινά σημεία με τις συναισθηματικές ταλαντώσεις των συγχρόνων ανθρώπων, γυναικών και αντρών (άλλο ένα σημείο που δείχνει τον ενδελεχώς δουλεμένο εσωτερικό κόσμο της Ηρώνδας). Η τελευταία πρόταση μπορεί να ισχύσει και ξεχνώντας προς στιγμή τα γεγονότα και πρόσωπα που σημάδεψαν την Ισμήνη (τη γιαγιά της, τη μητέρα της, την υπόθεση Πριονά) και που όπως είναι φυσικό εξειδικεύουν την Ηρωίδα και επιτρέπουν στον αναγνώστη εκτός από το να βρίσκει κοινά σημεία μαζί της, να παρακολουθεί και την προσπάθεια της Ισμήνης να βάλει σε μια τάξη το δικό της παρελθόν, παρόν και μέλλον και να περιμένει με αγωνιά, υστέρα από μια μακρά συναισθηματική περιπλάνηση, την αποκατάσταση των σχέσεων των Συνενοχών, η οποία έρχεται τελικά και είναι λυτρωτική.
Με αλλά λόγια λοιπόν, η πλοκή και οι χαρακτήρες αρκετά ενδιαφέροντες και αληθινοί. Ίσως όμως σε ελάχιστα σημεία του δευτέρου μέρους, οι συναισθηματικές περιπλανήσεις της Ισμήνης να ήταν κάπως πιο εκτεταμένες που έκαναν δύσκολο για τον αναγνώστη να ακολουθήσει τους συνειρμούς και τις μεταπτώσεις της ηρωίδας. Όλα όμως, έχουν το σκοπό τους...
*******************************
Ψυχική ανάταση και ανάσταση οι στοίχοι σας…!!!
Με συντροφεύουν την νύχτα…
Είθε η σκέψη σας να μας δίνει δύναμη να πετάμε μακριά από την καθημερινότητα!
Ελπίζω να είστε καλά!!!
Πολλά φιλιά!
Άννα Ξένου
Συγγραφέας
*********************************

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου